ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Βλαχόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος τέθηκε πρόσφατα το ζήτημα εάν η δεύτερη, αποκαλούμενη και «αναθεωρητική Βουλή», δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής. Υποστηρίχτηκαν με σοβαρά επιχειρήματα και οι δύο απόψεις, η πλειοψηφία όμως όσων τοποθετήθηκαν τάχθηκε υπέρ της άποψης ότι η δεύτερη Βουλή (εν προκειμένω αυτή που προήλθε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου) δεν δεσμεύεται από τις προθέσεις της προηγούμενης Βουλής. Η άποψη αυτή είναι εγγύτερη όχι μόνο προς το γράμμα του Συντάγματος, αλλά και προς τη δημοκρατική αρχή: Δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η νέα λαϊκή αντιπροσωπεία που μόλις αναδείχθηκε από τις εκλογές δεσμεύεται από τη βούληση μιας προηγούμενης Βουλής.

Το ζήτημα φαίνεται να αποκτά και πάλι επικαιρότητα. Αφορμή, η αλλαγή του εκλογικού νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 54 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι ο νέος εκλογικός νόμος ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του αμέσως από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία 200 τουλάχιστον βουλευτών. Το ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: Είναι επιτρεπτό με τις 180 ψήφους της Ν.Δ. και του KIN.AΛΛ. να αναθεωρηθεί το άρθρο 54 παρ. 1 του Συντάγματος ώστε το νέο εκλογικό σύστημα να ισχύει από τις αμέσως επόμενες εκλογές αν ψηφιστεί από 180 βουλευτές (αντί για 200 που απαιτούνται σήμερα);

Με τον τρόπο αυτόν απομακρύνεται ο κίνδυνος άκαρπων εκλογών με το σύστημα της απλής αναλογικής, ιδίως σε μια συγκυρία κατά την οποία είναι δεδομένο ότι κάποια κόμματα δεν θα συμπράξουν για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Επίσης, δεν καταργείται η συνταγματική απαίτηση για αυξημένη πλειοψηφία προκειμένου να ισχύσει άμεσα ο εκλογικός νόμος από τις επόμενες εκλογές. Απλά, μειώνεται η απαιτούμενη αυξημένη πλειοψηφία από 200 σε 180 βουλευτές.

Από την άλλη, θα πρέπει να αξιολογηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1, όπως ισχύει σήμερα, υπήρξε μία από τις θετικές καινοτομίες της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 και ψηφίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία, ακριβώς προκειμένου να αποφεύγεται η διαμόρφωση του εκλογικού συστήματος με βάση τους εκλογικούς υπολογισμούς του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Κυρίως όμως θα πρέπει να σταθμιστεί ότι κάθε συνταγματική αναθεώρηση αποκλείει κάθε νέα αλλαγή του Συντάγματος ουσιαστικά για μία δεκαετία.

Λύνοντας επομένως ένα πολιτικό πρόβλημα της τρέχουσας συγκυρίας μέσω της αναθεώρησης μιας επιτυχημένης συνταγματικής διάταξης, ενδεχομένως να δημιουργούμε προβλήματα που δεν προβλέπουμε τώρα και δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε πριν από την πάροδο μιας δεκαετίας. Σε ένα δε γενικότερο επίπεδο, η συνταγματική θεωρία και πράξη μάς διδάσκουν ότι είναι ίσως προτιμότερο να προσαρμόζεται η πραγματικότητα στο Σύνταγμα παρά το συνταγματικό κείμενο στην πραγματικότητα.

* Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ