Η ομάδα των Ελλήνων γελοιογράφων συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες παγκόσμια. Η πνευματική τους αρματωσιά είναι σαν να έχουν μελετήσει σε μεγάλο βάθος κάθε γραμμή και έννοια του Αριστοφάνη και όλα αυτά που διαχρονικά βρίσκονται στον πυρήνα της σκέψης του.
Και τα εφαρμόζουν στο χαρτί με έναν συντομογραφικό τρόπο, με το συνήθως έγχρωμο σκίτσο το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες φορές όσα περιέχουν και εννοούν μακροσκελή κείμενα που δημοσιεύονται σε έντυπα ή και στο Διαδίκτυο, και ίσως αρκετά περισσότερα από την αρχική τους επιδίωξη μερικές φορές. Και ασφαλώς, όπως οι περισσότερες έννοιες, προϋποθέτουν για πληρέστερη κατανόηση τη γνώση της κουλτούρας, και όταν μιλάμε για πολιτική γελοιογραφία, ειδικότερα της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα, έστω και των βασικών της χαρακτηριστικών, με στόχο να βελτιώνει την κατανόηση του μηνύματος του γελοιογράφου.
Από αρκετές απόψεις οι γελοιογραφίες μοιάζουν αρκετά με τα γιαπωνέζικα χάι-κάι, τους αστείους στίχους, όπως τους ονομάζουν οι ίδιοι οι Γιαπωνέζοι στη γλώσσα τους. Ή αυτό που θα λέγαμε στη Δύση καρτούν (cartoon) ή καρικατούρα. Συνοπτικά, μια συντομογραφία που συνοδεύεται απαραίτητα από μιαν επεξηγηματική εικόνα.
Για παράδειγμα, παραθέτω ένα γιαπωνέζικο χάι-κάι:
Το κερί κοίτα!/θα λυσσάει ο αέρας/ έξω στο χιόνι.
Ουσιαστικά ένα ποίημα με δεκαεπτά συλλαβές, που αποτελεί την πιο σύντομη μορφή ποίησης σε όλο τον κόσμο.
Γυρνώ πολλά χρόνια πίσω. Τα γιαπωνέζικα χάι-κάι μού θύμισαν οι γελοιογραφίες του Γιάννη Ιωάννου όταν τις πρωτοείδα στο «Αντί» του Χρήστου Παπουτσάκη και στον «Σχολιαστή», αλλά και στα βιβλιαράκια που εξέδιδε με τα σκίτσα του.
Τα σκίτσα επιχειρούσαν να αφηγηθούν μια απλή ιστορία, με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία. Χρησιμοποιούσαν δύο ή τρεις πρωταγωνιστές και στους διαλόγους τους ενσωμάτωναν πολύ μεγάλα φορτία χιούμορ.
Το χιούμορ του Ιωάννου αποτελούσε το χαρακτηριστικό του γνώρισμα, σε συνδυασμό με το ευθύ πολιτικό –και πολύ ουσιαστικό- του υπονοούμενο (και οξύτατα διεισδυτικό μήνυμα, ταυτόχρονα). Και αυτή η αντίφαση -στην ελληνική κουλτούρα το χιούμορ είναι αναγνωρίσιμο, αν και ουσιαστικά αποτελεί σπάνιο είδος, μια που δεν είναι ενσωματωμένο στην κουλτούρα μας- ήταν που έκανε τις γελοιογραφίες του Ιωάννου να ουρλιάζουν -κυριολεκτικά- από νοήματα.
Η «Εφημερίδα των Συντακτών» αποτέλεσε το τελευταίο βήμα του. Τα ημισέλιδα σκίτσα του, κάθε Σάββατο, γεμάτα χρώματα και νόημα, βοηθούσαν τις γραπτές αναλύσεις να γίνουν πιο μεστές από νοήματα.
Η Λέσχη των Ελλήνων Γελοιογράφων αποχαιρέτησε έναν συνάδελφό της με λόγια που προσυπογράφω με συγκίνηση: «Αποχαιρετάμε έναν συνάδελφο που πονούσε πολύ την ελληνική γελοιογραφία, που μοιραζόταν γενναιόδωρα ιδέες και σκέψεις για το πώς θα μείνουμε όρθιοι παρά την κρίση του Τύπου, για το πώς η γελοιογραφία θα συνεχίσει να υπάρχει, πώς θα εξελιχθεί, πώς θα διαδοθεί. Που αγωνιούσε για τις πρωτοβουλίες, τις εκδηλώσεις και τις εκθέσεις μας».
*ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών
