ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει μια συγκεκριμένη θέση όταν ξαπλώνει στο πλάι, βάζει το αυτί του στον ώμο και ανάμεσά τους ένα μαξιλάρι, τότε ακούει πολύ δυνατά τον χτύπο της καρδιάς. Το ανακάλυψε από τις επανειλημμένες φορές που έχει ξαπλώσει σε εμβρυακή στάση κάτω από τα σκεπάσματα, θέλοντας εν αγνοία του να νιώσει την ίδια ασφάλεια που ένιωθε ως έμβρυο στον αμνιακό σάκο της μάνας του. Συνήθως δεν ακούμε την καρδιά μας. Κυκλοφορούμε σαν άδεια σώματα ξεχνώντας την.

Αυτός λοιπόν την απέφευγε αυτή τη στάση διότι η καρδιά του τού θύμιζε πως είναι ζωντανός, πως πρέπει να σηκωθεί από το κρεβάτι, να σταθεί στα δυο του πόδια, να βγει έξω, να χαιρετήσει ανθρώπους και το χειρότερο από όλα: να τους κοιτάξει στα μάτια. Αυτό ήταν το πιο προδοτικό σημάδι της κατάστασής του. Ηξερε πως τα μάτια του θα υγραίνονταν αμέσως, ο άλλος θα ρωτούσε τι συμβαίνει και δεν ήθελε να λέει. Δεν ήθελε να λέει πως αισθάνεται απελπισμένος, επί ξύλου κρεμάμενος. Σκέφτεται: «Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».

«Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως, δεν περιμένω τίποτα. Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ την πλάνη της χαράς…».

Ελα όμως που σήμερα έκανε το «λάθος», άκουσε την καρδιά του ώρα πολλή. Και εκείνη, καρδιά ταύρου, γενναίου πολεμιστή, ηρωικού καπετάνιου, ασυγκράτητου έφηβου κάποτε, τον διέταξε να σηκωθεί, να ντυθεί, να…,να… Και να τος τώρα πρωί πρωί κατηφορίζει το δρομάκι ανάμεσα στις ανθισμένες νεραντζιές και φτάνει στον ναό με ανακούφιση γιατί δεν συνάντησε κανέναν.

Ανέβηκε τα σκαλιά, μπήκε κατάμονος στην εκκλησιά. Λίγοι άνθρωποι τέτοια ώρα. Δεν ήξερε τι να κάνει, πώς να φερθεί, με αυτά τα πράγματα δεν τα είχε και πολύ καλά. Μια φορά, στην έκτη Δημοτικού, τον έπεισε η μάνα του να πάνε Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο, εκεί ένας γνωστός παπάς τον τράβηξε με το ζόρι να κρατήσει το εξαπτέρυγο, τον κλότσησε τότε δυνατά και βγήκε σίφουνας έξω να πάει να βρει τους φίλους του στην πλατεία. Δεν γλίτωσε το χειροστόλισμα της μάνας του πασχαλιάτικα, αλλά γλίτωσε τη μεγάλη καζούρα της παρέας του που θα τον φώναζε «παπαδοπαίδι».

Αυτά του ήρθαν πρώτα πρώτα στο μυαλό σαν βολεύτηκε τελικά σε μια ακριανή καρέκλα πίσω από μια κολόνα που όμως άφηνε μια στενή λωρίδα θέας προς τον Εσταυρωμένο. Και όπως πολλά δεν εξηγούνται σε αυτή τη ζωή, έτσι δεν μπορούσε κι αυτός να πει πώς άρχισε να βουρκώνει σαν να είχε το ξύλο απέναντί του μάτια ζωντανά στο πρόσωπο.

Κοιτάχτηκαν κι οι δυο σαν ζωντανοί, σαν δυο απελπισμένοι. Χτύπησε κι η καρδιά του με ανακούφιση συμμετέχοντας στη συνομιλία: «Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί τη γιορτή, την απλή χαρά, να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή, να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή. Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά, ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου…». Μεγάλη Εβδομάδα άλλωστε, η εβδομάδα της μεγάλης καρδιάς.