Ξαπλωμένη σαν αυτοκράτειρα στο τεράστιο κρεβάτι χαμογελά. Μπερδεμένα τα συνήθως καλοχτενισμένα μαλλιά της και το πρόσωπο ελαφρά συσπασμένο. Εχω την εντύπωση όμως πως, παρά τον πόνο, ο νέος ρόλος της τη διασκεδάζει. Μου φαίνεται πως, αν δεν ερχόταν το λουμπάγκο, θα έπρεπε να το επινοήσει. Η απαραίτητη ακινησία της έθεσε αυτομάτως σε κίνηση τα άλλα μέλη της οικογένειας.
Κάποιος άλλος (όχι εκείνη) πρέπει να βγάλει τα σκουπίδια το πρωί, κάποιος άλλος (όχι εκείνη) θα έπρεπε να φροντίσει ώστε να υπάρχει γάλα, υλικά για τοστ και τα απαραίτητα για το μαγείρεμα, κάποιος άλλος (όχι εκείνη) θα έπρεπε να μαζέψει το σπίτι και να βάλει πλυντήριο. «Κοίτα να δεις που όλα τα κάνουνε άμα υπάρχει ανάγκη!», μου λέει χαρούμενη αλλά και προβληματισμένη, «βρε μπας και τους έχω κακομάθει;», αναρωτιέται.
Μου διηγείται πως, όταν ήταν γύρω στα δώδεκα, οι γονείς της χώρισαν. Τότε ήταν που έκανε ένα είδος ιερής συμφωνίας με τον εαυτό της, την οποία επισφράγιζε κάθε βράδυ, εκείνα τα πρώτα χρόνια της εφηβείας. Ελεγε πως, αν ποτέ παντρευόταν, θα φρόντιζε τόσο πολύ την οικογένειά της, ώστε το ενδεχόμενο ενός χωρισμού θα αποκλειόταν.
Η ζωή βέβαια τη διέψευσε πανηγυρικά, διότι, όπως λέει κι εκείνος ο αφορισμός, η ζωή δεν έχει καμιά υποχρέωση να μας δώσει αυτά που περιμένουμε. Αυτό σημαίνει πως παντρεύτηκε, απέκτησε τρία παιδιά που είναι μεγάλα πια, αλλά… χώρισε πριν από λίγα χρόνια. «Τι να κάνουμε;», λέει συχνά, «υπάρχει πάντα κάποιος αστάθμητος παράγοντας». Ο χωρισμός αυτός, όμως, την πείσμωσε ακόμα πιο πολύ. Εκανε τα πάντα μόνη της. Και… να την τώρα με λουμπάγκο στο κρεβάτι. Παρακολουθεί τους άλλους να φροντίζουν τον εαυτό τους και εκείνη. «Είδες η ανάγκη;», λέει και ξαναλέει.
«Η αναγκαιότητα», της λέω, «είναι μια ερμηνεία όχι ένα γεγονός. Δεν το είπα εγώ, ο Νίτσε το είπε! Μήπως δεν τους άφησες να μάθουν ή να κάνουν πράγματα, έστω με τον τρόπο τους;».
Δεν απάντησε. Εφυγα κι εγώ. Την άφησα να απολαύσει το πρωινό στο κρεβάτι της, κάνοντας κάτι πρωτόγνωρο: διάβαζε ένα βιβλίο και μάλιστα τέτοια ώρα. Προχωρώντας στον δρόμο σκεφτόμουν με πόσες τέτοιες «συμφωνίες» έχουμε σφραγίσει τις ζωές μας. Ορκοι που έχουμε δώσει μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και που σίγουρα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρα. Ωστόσο, καθορίζουν τον τρόπο που ζούμε και κυρίως τον τρόπο που αλληλεπιδρούμε με τους άλλους.
Εχω πάντως μια αμυδρή υποψία πως από δω και πέρα η φίλη μου θα παθαίνει συχνότερα λουμπάγκο. Ισως, το σώμα κάτι θέλησε να της πει. Ισως, δεν είναι πολύ αργά για να ανακαλύψει κανείς πως δεν μπορεί να προβλέψει τα πάντα, ακόμα κι αν κάνει «ιερές» συμφωνίες με τον εαυτό του. Μέμνησο ότι άνθρωπος ει.
