Ο Στέφανος Τσιτσιπάς και ο Γιώργος Λάνθιμος προσπαθούν και πετυχαίνουν. Η εθνική τους ταυτότητα μας διεγείρει. Το φως και η δόξα τους κυριεύουν τη δημόσια συζήτηση. Η αυταπάρνηση της οικογένειας που θυσιάζει τη ζωή της για αυτούς συγκινεί. Στον κόσμο του παγκόσμιου πρωταθλητισμού και του θεάματος, όλα μοιάζουν ιδανικά. Αυτά όμως που σπανίως περνούν από τον νου μας είναι τα εμπόδια που θέτουν στους πρωταγωνιστές οι κοινωνικές συμβάσεις, αλλά κάποιες φορές και οι ίδιοι οι πιο κοντινοί τους άνθρωποι.
Και όμως μια ταινία για δύο κορυφαίους ενός εκ των πλέον ελιτίστικων αθλημάτων, του τένις, μια ταινία που πέρασε μάλλον γρήγορα από τις ελληνικές αίθουσες, φέρνει στην επιφάνεια αυτή την «άλλη ζωή» ανθρώπων που φαινομενικά «τα έχουν όλα» και μάλιστα τους δόθηκαν απλόχερα.
Ο Σουηδός Μπγιορν Μποργκ και ο Αμερικανός Τζον Μακενρό υπήρξαν τα ινδάλματα του παγκόσμιου τένις τη δεκαετία του 1980. Κανένας από τους δύο δεν έφτασε στην κορυφή με τη στήριξη του περιβάλλοντός του. Ο Μπγιορν ήταν ο γιος μιας εργατικής οικογένειας που δεν κατάφερνε να ενταχθεί στον τοπικό όμιλο αντισφαίρισης της εκ των πραγμάτων ανώτερης τάξης της πόλης του, καθώς η μη αποδοχή του από τους άλλους αθλητές τού δημιουργούσε επιθετικότητα. Οι επικεφαλής του ομίλου είχαν ζητήσει την απομάκρυνσή του: «Το τένις δεν είναι για τους φτωχούς».
Ο Τζον ήταν ο γιος μιας πλούσιας οικογένειας η οποία δεν αντιλαμβανόταν το πάθος του για τον αθλητισμό και τον πίεζε να ανταποκρίνεται στις σχολικές υποχρεώσεις του. Οι γονείς του τού είχαν ζητήσει να εγκαταλείψει το άθλημα. «Το τένις δεν είναι για τους καλούς μαθητές». Ο ατίθασος Σουηδός έφηβος και ο υποχωρητικός Αμερικανός έφηβος δεν τα είχαν όλα με το μέρος τους.
Εκείνοι που θυμούνται τους τελικούς των μεγάλων τουρνουά τένις των αρχών της δεκαετίας του 1980 θα απορούν ίσως για τον χαρακτήρα των δύο εφήβων. Ηταν όντως ατίθασος ο Μποργκ και υποχωρητικός ο Μακενρό; Οι μνήμες από τις επικές αναμετρήσεις ανάμεσα στους δύο αθλητές ήταν σαφώς διαφορετικές: ο ψυχρός και πειθαρχημένος Σουηδός έμενε αμίλητος τόσο πριν όσο και μετά το πέρας του αγώνα, ενώ ο θερμόαιμος και νευρικός Αμερικανός διαπληκτιζόταν με τον διαιτητή με την πρώτη ευκαιρία.
Πώς είχε γυρίσει ανάποδα η μάχη των δύο χαρακτήρων; Η ταινία αποκαλύπτει ότι οι δύο άνδρες είχαν κερδίσει το «μεγάλο θέλω» τους, το τένις, με ένα τίμημα: τον πηγαίο χαρακτήρα τους. Ο παρορμητικός Μποργκ ήταν πλέον το υπόδειγμα του συγκρατημένου παίκτη και ο μετρημένος Μακενρό ήταν πλέον το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός απρόβλεπτου αθλητή.
Το κοινωνικό περιβάλλον τους δεν είχε νικήσει το πάθος τους, όμως είχε νικήσει τον εαυτό τους. Πιθανώς για καλό, πιθανώς για κακό. Πάντως και οι δύο έφτασαν στην επιτυχία. Εφτασαν όμως εκεί μόνοι τους, αναμετρώμενοι με τον εαυτό τους, όχι με τη βοήθεια σκοτεινών δυνάμεων, όχι με τη βοήθεια της οικογένειάς τους, ούτε φυσικά με τη βοήθεια του DNA της φυλής τους.
*αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας
