Οι πρόσφατες αλλαγές στο Σύνταγμα της γειτονικής μας χώρας και οι διευκρινίσεις που περιλαμβάνονται στη ρηματική διακοίνωση που ακολούθησε αποδεικνύουν με τον πλέον αδιάψευστο τρόπο ότι η Συμφωνία των Πρεσπών συνιστά έναν έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό μεταξύ των δύο κρατών.
Η συμφωνία είναι απολύτως προς όφελος των εθνικών μας συμφερόντων, πρώτα από όλα γιατί λύνει οριστικά το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας, η οποία αλλάζει όνομα και από «Μακεδονία», που αποκαλούνταν μέχρι χτες από το σύνολο της διεθνούς κοινότητας, μετονομάζεται πλέον «Βόρεια Μακεδονία». Η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, εκτός που είναι απολύτως συνεπής με την εθνική μας γραμμή, όπως αυτή έχει από χρόνια συμφωνηθεί, βάζει οριστικά τέλος στις ιστορικές ανακρίβειες και τις αλυτρωτικές υπερβολές, καθώς επανατοποθετεί το όλο ζήτημα στη σωστή, γεωγραφική του βάση.
Η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό αντανακλά πλήρως την ιστορική πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία το βόρειο τμήμα της ευρύτερης μακεδονικής γεωγραφικής ενότητας καταλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες από ένα νεοσύστατο και πολυεθνικής σύνθεσης κράτος, η ονομασία του οποίου δεν στηρίζεται ούτε σε ιστορικά, ούτε σε εθνοτικά, ούτε σε πολιτιστικά χαρακτηριστικά, αλλά αποκλειστικά σε γεωγραφικά δεδομένα.
Δίνεται έτσι ένα οριστικό τέλος σε μια εκκρεμότητα η οποία υπονόμευε τη σταθερότητα, την ειρήνη και τη συνεργασία στην περιοχή. Επιπλέον τελειώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μια μακροχρόνια διαμάχη που είχε πάρει δυσμενή τροπή για την Ελλάδα, καθώς η μη εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης είχε οδηγήσει σε de facto αναγνώριση της γειτονικής χώρας με την ονομασία που εξυπηρετούσε μονόπλευρα τις δικές της επιδιώξεις.
Η Συμφωνία των Πρεσπών, όμως, είναι εθνικά ωφέλιμη και γιατί δίνει ένα τέλος στις εθνικιστικές φωνές και τις αλυτρωτικές προθέσεις των γειτόνων μας, καθώς πρώτη φορά γίνεται σαφές ότι δεν υπάρχει «μακεδονική εθνότητα», αφού αναγνωρίζεται η πολυεθνική σύνθεση του πληθυσμού της «Βόρειας Μακεδονίας». Επιπλέον, αναγνωρίζεται πρώτη φορά από τους γείτονες ότι η ιστορία και ο πολιτισμός τους ουδεμία σχέση έχουν με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό των Μακεδόνων, δίνοντας ένα οριστικό τέλος σε ανιστόρητα αφηγήματα που αμφισβητούσαν τη μακραίωνη ελληνική κυριαρχία στην περιοχή. Η παραδοχή, τέλος, ότι η γλώσσα της «Βόρειας Μακεδονίας» ανήκει στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών, διαλύει και την τελευταία απόπειρα πλαστογράφησης της ιστορίας.
Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι οι αντιδρώντες στη Συμφωνία των Πρεσπών επιδιώκουν την οπισθοδρόμηση και την παραμονή της χώρας σε ένα κακό παρελθόν εσωστρέφειας και διεθνούς απομόνωσης.
Οσοι απορρίπτουν την προοδευτική κατεύθυνση της ειρηνικής επίλυσης του εθνικού ζητήματος με αμοιβαία αποδεκτό τρόπο, διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στους ακροδεξιούς εθνικιστές, οι οποίοι, μη αναγνωρίζοντας κανέναν γεωγραφικό προσδιορισμό στην ονομασία της γειτονικής χώρας, υποκρύπτουν ουσιαστικά αλυτρωτικές προθέσεις απέναντί τους. Είναι αυτοί που δεν αντιλαμβάνονται τον πατριωτισμό ως το καλό και ωφέλιμο για τη δική τους χώρα, αλλά, αντίθετα, σαν το κακό της χώρας των άλλων.
Πρόκειται για ιστορικά εσφαλμένη, μισαλλόδοξη και αυταρχική στάση, η οποία βλάπτει σοβαρά τα εθνικά μας συμφέροντα καθώς, συντηρώντας το εχθρικό και ψυχροπολεμικό κλίμα στην περιοχή, μας απομονώνει διεθνώς και μας αποδυναμώνει, οδηγώντας μας με βεβαιότητα στην εθνική ήττα της de facto αναγνώρισης των γειτόνων μας με την ονομασία που υπηρετεί αποκλειστικά τα δικά τους συμφέροντα. Συγχρόνως μας απομακρύνει από τον στόχο της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας, προϋπόθεση για τον οποίο είναι η σταθερότητα και η ειρηνική συνύπαρξη στην περιοχή.
Αν, πάντως, στους ακροδεξιούς εθνικιστές μπορεί να αναγνωριστεί η σταθερή προσήλωση στις ίδιες παραδοχές και η συνεπής υποστήριξη ενός εσφαλμένου βεβαίως και εθνικά επιζήμιου ιδεολογικού οικοδομήματος, με τους καιροσκόπους της πολιτικής, οι οποίοι πριν από λίγα χρόνια, ως κυβέρνηση, υποστήριζαν ό,τι ακριβώς σήμερα μετά βδελυγμίας απορρίπτουν, δεν μπορεί να αναγνωριστεί ούτε αυτό. Διότι στους πολέμιους της Συμφωνίας των Πρεσπών συγκαταλέγεται μια μεγάλη ομάδα για την οποία η στάση που τηρεί στο εθνικό ζήτημα εξαρτάται από τις εκάστοτε πολιτικές συνθήκες, υπηρετώντας αποκλειστικά μικροπολιτικές σκοπιμότητες και σχεδιασμούς.
Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, που στο παρελθόν υποστήριζαν την εθνική γραμμή της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, σήμερα την απορρίπτουν, ανακαλύπτοντας ότι ξαφνικά έγινε εθνικά επιζήμια και καταστροφική; Η κ. Γεννηματά, πάντως, ήταν απόλυτα ειλικρινής όταν αιτιολογούσε τη διαγραφή του κ. Θεοχαρόπουλου, αποδίδοντάς τη στην υποστήριξη που παρέχει, με τη στάση του, στην κυβέρνηση Τσίπρα!
Το εθνικό συμφέρον για κάποιους σήμερα εξαντλείται στην αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, συνδεόμενο άμεσα με την επάνοδό τους στην κυβερνητική εξουσία. Αυτή η αυτιστική και εμμονικά μικροπολιτική συμπεριφορά, που κάνει πολιτικά κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου να ανέχονται την πολιτική και ιδεολογική τους σύμπλευση με ακροδεξιές και εθνικιστές επιλογές, ενισχύει την άποψη ότι οι Πρέσπες ορίζουν σήμερα τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ συντήρησης και προόδου.
* καθηγητής, πρόεδρος της Αττικό Μετρό Α.Ε.
