Ας ξεκινήσουμε με τα πραγματικά δεδομένα: το κράτος των Σκοπίων, το οποίο για τη διεθνή πολιτική κοινότητα συγκροτείται ως «Μακεδονία» εδώ και χρόνια (με ελάχιστες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα, συγκροτείται ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας»), αναζήτησε να συνεννοηθεί με την Ελλάδα για το μείζον ζήτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού του.
Αυτή η ίδια η πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Ζάεφ δεν έχει ιστορικό προηγούμενο: δηλαδή να αναθέτει «το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης» σ’ ένα άλλο υποκείμενο. Και η ελληνική κυβέρνηση άδραξε την ιστορική ευκαιρία και ανταποκρίθηκε στο σχετικό αίτημα. Και αυτό έγινε επειδή τα ζητήματα με τους βόρειους γείτονές μας ονομάζονται στη γλώσσα της κοινής γνώμης, εδώ και έναν αιώνα, «εθνικά προβλήματα» και οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν ήθελαν να τα διαχειριστούν με διαφορετικούς όρους.
Επομένως και από τις δύο πλευρές (Αθήνα και Σκόπια) έγιναν δύο μείζονα αποφασιστικά βήματα αμοιβαίων υποχωρήσεων: από την πλευρά των Σκοπίων η ανάθεση του αυτοπροσδιορισμού τους σ’ ένα εξωτερικό πολιτικό υποκείμενο (την Ελλάδα) και από την πλευρά της Αθήνας, η εγκατάλειψη απηρχαιωμένων εθνικών αντιλήψεων περί «κατασκευής» εθνικής ταυτότητας μέσω της αρχαίας Μακεδονίας.
Προωθήθηκαν επιτέλους διαδικασίες πολιτικής συνεννόησης και οικονομικής συνύπαρξης. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις έχουν καταγραφεί στη Συμφωνία των Πρεσπών, μέσω της οποίας ιδρύεται το κράτος «Βόρεια Μακεδονία» και ταυτόχρονα το κράτος των Αθηνών αποκτά τη μοναδική ιστορική ευκαιρία να μετατρέψει την Ελλάδα σε «πολιτική ενδοχώρα» των Βαλκανίων (βλ. σχετικό κείμενό μου στην «Εφημερίδα των Συντακτών, 17 Ιουλίου 2018). Δεν θα αντιμετωπίζει πλέον τα ζητήματα των σχέσεών της με τους βαλκανικούς λαούς ως «εθνικά ζητήματα» αλλά ως ζητήματα πολιτικής συνύπαρξης στο πλαίσιο μιας «μεταεθνικής» ιστορικής συγκυρίας.
Οι σχετικές διαδικασίες για την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών ολοκληρώθηκαν στο κοινοβούλιο των Σκοπίων. Και κατά συνέπεια η πλευρά της Αθήνας αναλαμβάνει τις ευθύνες της για να προωθήσει προς ψήφιση στο ελληνικό κοινοβούλιο τη συμφωνία. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική διαδικασία.
Τα δεδομένα της κοινοβουλευτικής πρακτικής είναι γνωστά: η Συμφωνία των Πρεσπών εγκρίνεται στο ελληνικό κοινοβούλιο με την απλή πλειοψηφία των εκατό πενήντα ένα (151 τον αριθμό) βουλευτών. Και ενώ οι βουλευτές (οι αντιπρόσωποι κατά την ανάλυση του Ρουσό) θα προσέλθουν στο κοινοβούλιο για να ψηφίσουν, όπως ψηφίζουν ένα νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας π.χ., στην πραγματικότητα αποφασίζουν για την πολιτική αυτοσυνειδησία και τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό της ίδιας της Ελλάδας, ψηφίζουν για τη θέση της Ελλάδας στα Βαλκάνια και για τον ρόλο της στην Ευρώπη και τη θέση της στην παγκόσμια κοινωνία.
Ας επισημάνω ακόμη δύο δεδομένα: πρώτον, ότι οι Ανεξάρτητοι Ελληνες δηλώνουν χωρίς δισταγμούς ότι θα καταψηφίσουν τη συμφωνία στη Βουλή και δεύτερον, οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις (π.χ. το Ποτάμι), ποια στάση θα τηρήσουν; Θέτω προς προβληματισμό τις εξής σκέψεις: η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να εντάσσεται στη διαμάχη των κομματικών σχηματισμών ενόψει των εκλογών. Επιπλέον, όσοι βουλευτές ή και ως σύνολο κομματικοί σχηματισμοί ψηφίσουν επιτέλους αυτή τη συμφωνία, αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουν τα ιδεώδη τους και τα κομματικά πιστεύω τους.
Η ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από το ελληνικό κοινοβούλιο θα επιβεβαιώσει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η Ελλάδα καθίσταται «πολιτική ενδοχώρα» στα Βαλκάνια και δεύτερον, ότι η θέση της Ελλάδας και στην Ευρώπη και στην παγκόσμια πολιτική κοινότητα ενισχύεται. Σε διαφορετική περίπτωση, η καταψήφιση της συμφωνίας οδηγεί την Ελλάδα στο ιστορικό, οικονομικό και πολιτικό περιθώριο διεθνώς. Η ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα, μετά την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται στα χέρια της.
Και το πολιτικό κλειδί ονομάζεται: όσο περισσότεροι βουλευτές ψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών τόσο περισσότερο εμείς οι εκλέκτορες θα αναπνέουμε τον αέρα της κοινωνικής και πολιτικής απελευθέρωσης. Και η Ελλάδα ως κρατική οντότητα θα καταστεί επιτέλους μέλος της παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας, απαλλαγμένη από απηρχαιωμένους εθνικισμούς.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
