ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χιονισμένος, βαρύς ουρανός. Ανεμος βόρειος. Η νυχτερινή βάρδια τελειώνει, πρόσωπα χλωμά βγαίνουν στον δρόμο. Στο πρώτο φως του πρωινού, οι καύτρες από τα τσιγάρα μαυροκόκκινες στο πεζοδρόμιο. Μπαίνουν νυσταγμένοι στο λεωφορείο. Πρώτο κι αυτό, ζεσταίνεται στο τέρμα. Το πολυτελές ξενοδοχείο της μεγάλης πλατείας, υπέρλαμπρα στολισμένο, ανάβει σαν νησί ουτοπίας ενός εξωτικού προορισμού που δεν τολμούν ούτε να ονειρευτούν.

Αυτό το λεωφορείο κατευθύνεται στο λιμάνι και στις λαϊκές γειτονιές γύρω του. Από τα παράθυρα και τα ονειρικά γυαλιά τους, πράσινα από την πρωινή άχλη, περνούν όλες οι γειτονιές μέχρι το κατέβασμα. Κατεβαίνω στο λιμάνι σημαίνει αλλάζω επίπεδο. Κατεβαίνω επίπεδο οικονομικό, ταξικό, αισθητικό.

Κατεβαίνουν λοιπόν οι νυχτοφύλακες της πόλης, άνδρες και γυναίκες, με το μπλε όχημα και τις σκούρες στολές τους. Τα προφίλ τους μοιάζουν με άκρες γκρίζων σύννεφων στους οδηγούς που ξεκινούν τώρα για δουλειά.

Μέσα στο λεωφορείο επικρατεί ησυχία. Πού και πού, κανένας αναστεναγμός συνοδευμένος με ελαφρύ ροχαλητό. Σκυφτοί λαιμοί ή γερμένοι στο πλάι, κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά. Αν δεν λειτουργεί η μαγνητοφωνημένη φωνή της κυρίας που αναγγέλλει την επόμενη στάση, ο οδηγός φροντίζει να τους ειδοποιεί με κάποιον τρόπο. Ενα κορνάρισμα, ένα κάτι.

Σ’ αυτό το δρομολόγιο, έχουν αποκοιμηθεί πολλοί. Μια φορά ένας νεαρός πήγε κι ήρθε δυο φορές, μου λέει. Αποκαμωμένος από την κούραση, έχασε τη στάση που έπρεπε να κατέβει.

Μαθαίνω πως, σ’ αυτή τη γραμμή, κάποια ώρα της μέρας απαγγέλλουν ποίηση. Τα μεσημέρια και τα απογεύματα ίσως, δεν ξέρω. Μοιάζει λίγο σαν κακόγουστο αστείο. Γιατί σ’ αυτή τη γραμμή; Εχουν έρθει ποτέ τόσο πρωί; Να δουν αυτούς τους ανθρώπους με τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια;

Αλήθεια, τι ποίημα θα ήταν ταιριαστό για όσους βγαίνουν από τα τσιμεντένια πηγάδια της νύχτας; Κάθε θέση εκεί έχει να σου διηγηθεί μια ιστορία που θα μπορούσε να «χαλάσει» το λούστρο της όμορφης πόλης.

Η γραμμή αυτή έχει μια δική της κοινωνιολογία που θα πρέπει κανείς να την ψάξει βαθιά, αν θέλει να προσφέρει μια κάποια ανακούφιση στους ταλαιπωρημένους εργάτες της νύχτας. Είναι πάντα πιο εύκολο να λέμε εμείς στους άλλους τι χρειάζονται από το να τους ρωτάμε. Ψάχνω, ας πούμε, έναν εδώ μέσα που θα έλεγε «χρειάζομαι ποίηση». Δεν βρίσκω.

Νομίζω πως ένα ζεστό τσάι κι ένα κουλούρι θα ήταν ό,τι έπρεπε. Κι ας ερχόταν κι ένα ποίημα μαζί για κουράγιο. Αλλωστε, κάποιος από αυτούς θα μπορούσε να έχει πει: «Πράγματι η νύχτα με συμφέρει. Πρώτα πρώτα ελαττώνει τις φιλοδοξίες. Υστερα διορθώνει τις σκέψεις· έπειτα συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει υποφερότερη, τη σιωπή με σέβας ανατέμνει· εξαιρεί την όσφρηση μα προπάντων η νύχτα περιζώνει».