Η Λατινική Νομισματική Ενωση εγκαινιάσθηκε με συνθήκη στις 23 Δεκεμβρίου 1865, από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία και την Ελβετία. Χρησιμοποιήθηκε ένα ενιαίο νόμισμα στις χώρες αυτές. Βάση ήταν το γαλλικό χρυσό φράγκο που είχε καθιερωθεί από τον Ναπολέοντα Α΄, με πιο κοινό το (χρυσό) νόμισμα των 20 φράγκων.
Στο γαλλικό σύστημα, το χρυσό φράγκο ήταν ανταλλάξιμο με το ασημένιο φράγκο, με την αναλογία 1:15,5, εκπροσωπώντας τη σχετική αξία των δύο μετάλλων με βάση νόμο του 1803. Η συνθήκη απαιτούσε και δέσμευε τις τέσσερις ιδρύτριες χώρες να ανταλλάσσουν τα χρυσά και ασημένια τους νομίσματα σύμφωνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές.
Η Λατινική Νομισματική Ενωση εξυπηρετούσε τη διευκόλυνση του εμπορίου στις διάφορες αυτές χώρες. Με βάση αυτό το πλαίσιο, ένας Γάλλος έμπορος μπορούσε να εξοφληθεί σε ιταλικές λίρες όταν εξήγε εμπορεύματα στην Ιταλία και υπήρχε η δυνατότητα αυτό το ποσό να μετατραπεί (με βάση την ισοδυναμία ως προς την αξία) σε γαλλικά φράγκα.
Η Ελλάδα έγινε μέλος της Λατινικής Ενωσης στις 10 Απριλίου 1867. Η Αυστρο-Ουγγαρία αρνήθηκε να γίνει μέλος εξαιτίας του διμεταλλισμού, αλλά υπέγραψε ξεχωριστή νομισματική συμφωνία με τη Γαλλία στις 24 Δεκεμβρίου 1867.
Ο διμεταλλισμός είναι όρος στην οικονομική θεωρία που εκφράζει συντομογραφικά ένα νομισματικό πρότυπο στο οποίο η αξία της νομισματικής μονάδας ορίζεται ως ισοδύναμη με συγκεκριμένες ποσότητες των δύο μετάλλων –τυπικά του χρυσού και του ασημιού– με τη δημιουργία ενός σταθερού λόγου ανταλλαγής μεταξύ τους.
Από την αρχή, οι διακυμάνσεις στη σχετική αξία του χρυσού και του ασημιού στη διεθνή αγορά καταπόνησαν τη Νομισματική Ενωση, ως συνέπεια ενός νομίσματος που βασίζεται στον διμεταλλισμό. Από το 1873 και κατόπιν, η Λατινική Ενωση εκπροσωπούσε de facto τον χρυσό κανόνα. Η τελική της αποτυχία οφείλεται κυρίως στο ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που οδήγησε στην αναστολή της τήρησης του χρυσού κανόνα από το διεθνές νομισματικό σύστημα.
Η Σκανδιναβική Νομισματική Ενωση διαμορφώθηκε από τη Δανία και το σουηδικό τμήμα της Ενωσης ανάμεσα στη Σουηδία και τη Νορβηγία στις 5 Μαΐου 1873, προσαρμόζοντας τα νομίσματά τους σε ισοτιμία μεταξύ τους με βάση τον χρυσό κανόνα.
Μετά τη διάσπαση της Σουηδο-Νορβηγικής Ενωσης το 1905, η Νορβηγία συνέχισε να αποτελεί μέλος αυτής της Ενωσης, η οποία διαλύθηκε με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα καλύτερα χρόνια της Ενωσης ήταν από το 1901 ώς το 1905. Η Ενωση αποτελούσε ένα πλήρες σύστημα νομισμάτων, χαρτονομισμάτων και συνήθως τραβηκτικών δικαιωμάτων ανάμεσα στις κεντρικές τους τράπεζες, ωστόσο είχε μικρή σημασία για τις διεθνείς σχέσεις των κρατών-μελών.
* ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστήμιο Αθηνών
