Τις Κυριακές δεν κάνει απολύτως τίποτα. Απλώς υπάρχει. Σηκώνεται πρωί. Κατεβαίνει σε μια πόλη που κοιμάται ελαφρώς μεθυσμένη. Και περπατά προς το κέντρο, ξέροντας ακριβώς πού πάει. Πάει εκεί που τον πήγαιναν παιδί, εκεί που μετά πήγαινε με φίλους, και εκεί που βαριέται πια να πηγαίνει η γυναίκα του και δεν ακολουθούν ποτέ τα παιδιά του. Το κυριακάτικο παζάρι, αυτή την ώρα, είναι το μόνο ζωντανό κύτταρο στην πόλη. Πωλητές έχουν στήσει τους πάγκους και περιμένουν. Τον ξέρουν οι πιο πολλοί, τον καλημερίζουν.
Στην άκρη του δρόμου το καφενείο ανοιχτό, το τραπεζάκι του άδειο. Και ως θεατής μιας μέρας που άλλοι τη θεωρούν χαρούμενη και άλλοι μελαγχολική βλέπει τους πρώτους επισκέπτες να μπαίνουν στον δρόμο του παζαριού. Λίγο πριν, έχουν αποχωρήσει νυσταγμένοι οι άστεγοι σέρνοντας τους αυτοσχέδιους υπνόσακους. Αυτοί που μπαίνουν κι αυτοί που βγαίνουν συναντιούνται, αλλά μοιάζουν αόρατοι μεταξύ τους. Η μέρα περπατά ανάμεσά τους αθόρυβα, με έναν βαθύ χειμωνιάτικο ήχο.
Αυτό που ζητούσε πάντα να του πάρουν από το παζάρι, αυτό που παίρνει ακόμα και του ζεσταίνει γλυκά τη χούφτα, είναι κάστανα ψητά. Δαγκώνει το πρώτο και μπαίνει αμέσως στην ενδοχώρα της μνήμης.
Νοέμβρης παλιός, λίγο πιο κρύος, παλτό σκούρο μπλε, από το μανίκι ξεπροβάλλει το μικρό του χέρι και ανοιχτό δέχεται καθαρισμένο τέλεια το κάστανο από το χέρι της. Στον καρπό της το γνωστό ρολόι με το «αθάνατο» μαύρο λουράκι. Καθαρίζει και για τον πατέρα του, μα εκείνος του κλείνει το μάτι, της χαμογελά και το αφήνει πάνω στο πιατάκι του φλιτζανιού που περιέχει έναν ελληνικό καφέ μέτριο και καλοψημένο.
Το επόμενο κάστανο έχει τη γεύση του φιλιού. Διόλου μητρικού και αθώου. Ερωτικού, ζεστού, καταχωρισμένου στη μνήμη σαν ένα από τα πρώτα. Ηταν το φιλί του κλεμμένου χρόνου της πριν από το μεσημεριανό τραπέζι της Κυριακής, «ξέρεις, δεν πρέπει να αργήσω με τίποτα, θα με σκοτώσουν…». Στο παζάρι, παρά τις δυνατές φωνές, ακολουθεί με ησυχία το νήμα των αναμνήσεων που τον έφερε μέχρι το σήμερα, εδώ. Οχι μόνο των δικών του αναμνήσεων. Αλλά και της πόλης. Κάποιος είπε τις προάλλες πως τα παζάρια είναι ντεμοντέ. Πως υπάρχουν σκέψεις να καταργηθούν. Ντεμοντέ! Λες και μιλούσε για φούστα και όχι για τη συλλογική μνήμη μιας πόλης.
Το τελευταίο κάστανο το κρατούσε πάντα για τον γυρισμό. Εφευγε διασχίζοντας από άκρη σ’ άκρη όλο το παζάρι. Η εγγύτητα από το αναπόφευκτο στριμωξίδι τον ζέσταινε. Του μετέδιδε ζωή, ενέργεια και αισιοδοξία. Υστερα, έτρωγε ευχαριστημένος το ψητό κάστανο, κοιτούσε το ρολόι χαμογελώντας, και έλεγε πάντα μα πάντα: «Πάλι άργησα, θα με σκοτώσει!»
