ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επί δύο μήνες η «Εφ.Συν.» παρακολουθεί και ενημερώνει για το θέμα της εκποίησης στοιχείων της ιστορικής μας κληρονομιάς, το οποίο έγινε γνωστό δύο χρόνια και τέσσερις μήνες μετά τη δημοσίευση του μνημονιακού νόμου 4389/2016 και ειδικότερα του άρθρου του, 196.

Με τον νόμο αυτόν περιήλθαν στην αρμοδιότητα του ΕΤΑΔ, μεταξύ άλλων, και οι εκποιήσεις ακινήτων αυτής της κατηγορίας, ενώ τροποποιήθηκαν, «επί το ελαστικότερον», 27 νόμοι και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Ανάμεσα σε αυτούς, νόμος για την προστασία των δασών και άλλος για την ποινική προστασία του περιβάλλοντος…

Προφανώς ελάχιστοι μελέτησαν ή τέλος πάντων ενημερώθηκαν για τον νόμο αυτόν, εξ ου και η τόσο μεγάλη καθυστέρηση για τον εντοπισμό της διάταξης του άρθρου 196, παρά το ότι στο μεταξύ κάποιες φωνές παρέμεναν «βοώντων εν τη ερήμω».

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι σήμερα η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού δεν αναφέρεται όπως έχει διατυπωθεί και ισχύει για τις περιπτώσεις των εξαιρέσεων από την εκποίηση. Ετσι ακόμα και η νέα υπουργός Πολιτισμού, στη συνέντευξή της στην «Εφ.Συν.» (3/11/18) αναφέρει ότι από την εκποίηση εξαιρούνται τα μνημεία.

Ομως τέτοια εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο άρθρο, αλλά δεν προβλέπεται εξαίρεση και για άλλες δύο σημαντικές περιπτώσεις, δηλαδή για τα τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους και τους ιστορικούς τόπους, για τους οποίους υπάρχει πρόβλεψη στον αρχαιολογικό νόμο, αλλά η διαχείρισή τους γίνεται από το υπουργείο Περιβάλλοντος (όπως γίνεται…).

Αλλά υπάρχει και μία άλλη πλευρά του ζητήματος της τύχης της ιστορικής κληρονομιάς και μάλιστα συνδέεται άμεσα με τις προς δημοσίευση ρυθμίσεις για τον ΕΝΦΙΑ. Πρόκειται για τη μέχρι σήμερα φορολογική αντιμετώπιση των ιδιοκτητών διατηρητέων κτιρίων, οι οποίοι κατά τα άλλα είναι υποχρεωμένοι να τα συντηρούν και να τα επισκευάζουν, σύμφωνα με τις προβλέψεις όχι μόνο του αρχαιολογικού νόμου, αλλά και του οικιστικού νόμου 1337/1983.

Ολοι οι φορολογικοί νόμοι που δημοσιεύτηκαν από το 1910 και εφεξής δεν προβλέπουν καμία ελάφρυνση γι’ αυτήν την κατηγορία των ιδιοκτητών, με μοναδική εξαίρεση μία ελαφρότατη μείωση φόρου για όσους έχουν ακίνητα χαρακτηρισμένα με ειδική διάταξη του αρχ. νόμου ως μνημεία (πρόκειται για έναν πολύ μικρό αριθμό ακινήτων).

Οσοι συμμετείχαν στη «διαβούλευση» επί των σχεδίων αυτών των νόμων διατύπωσαν εύλογες προτάσεις για το θέμα, από τις οποίες απολύτως καμία δεν έγινε δεκτή (έτσι, για να μη δημιουργούνται αυταπάτες και για το μέτρο της «διαβούλευσης»). Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, και στην προετοιμαζόμενη νομοθεσία για τον ΕΝΦΙΑ πάλι δεν υπάρχει η παραμικρή πρόβλεψη για ελαφρύνσεις ως προς τα διατηρητέα κτίρια.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναδειχτεί μία χαρακτηριστική έλλειψη σε όλη αυτή τη συζήτηση και τις εύλογες αντιδράσεις για το άρθρο 196. Από κανένα δεν αναφέρεται η τύχη ιστορικών κτιρίων, χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων από τη νομοθεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος, τα οποία είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που έχει κηρύξει το υπουργείο Πολιτισμού και βέβαια είναι προς ανεμπόδιστη εκποίηση όσα ανήκουν στο Δημόσιο.

Πρόκειται για κτίρια που άρχισαν να χαρακτηρίζονται διατηρητέα με τροποποίηση του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού του 1973 (άρθρο 79), επί υπουργίας Στ. Μάνου και με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις που ακολούθησαν επί Α. Τρίτση, δηλαδή των μοναδικών μεταρρυθμιστών υπουργών για θέματα ιστορικού και φυσικού περιβάλλοντος. Ακολούθησε ο νέος ΓΟΚ του 1985, που ενσωμάτωσε την προστασία στο άρθρο 4 και ο ισχύων του 2012 (άρθρο 6).

Κτίρια της νεότερης Ιστορίας μας, που με τους αρχαιολογικούς νόμους κηρύσσονταν με το σταγονόμετρο και δίπλα τους κτίζονταν παντού τα γνωστά οικοδομικά τέρατα, άρχισαν να προστατεύονται με την πολεοδομική νομοθεσία, όπως άρχισαν από το 1978 να προστατεύονται και ολόκληροι οικισμοί. Μέχρι σήμερα μόνο τρεις οικισμοί έχουν κηρυχθεί μνημεία με την αρχαιολογική νομοθεσία.

Δεν είναι του παρόντος να γίνει λόγος τελικά ποιου είδους προστασία παρέχεται από το κράτος μας για την ιστορική μας κληρονομιά. Περιορίζομαι να πω ότι είναι σημειακή, ευκαιριακή και ανεπαρκής, με έλλειψη εφαρμογής ακόμα και υπαρχουσών νομοθετικών διατάξεων και με ένα διοικητικό πλαίσιο ανεπαρκέστατο. Ενώ δεν ασκείται απολύτως καμία πολιτική για συστηματική ενημέρωση των πολιτών, ιδίως στην Περιφέρεια, με αποτέλεσμα να οργιάζει η εργολαβική «ενημέρωση».

Τελικά ο νόμος 4389/2016 επιβεβαιώνει την ανυπαρξία δημόσιας πολιτικής για αποτελεσματική και συνεπή πολιτική προστασίας και ανάδειξης της ιστορικής κληρονομιάς της χώρας μας που, όπως συμβαίνει και με το φυσικό περιβάλλον μας, περιλαμβάνεται στον τομέα των κρατικών «εκπτώσεων».

Μόνο με ριζική νομοθετική και διοικητική αναδιάρθρωση του υπάρχοντος πλαισίου και ίδρυση πραγματικού υπουργείου Περιβάλλοντος, όπως επανειλημμένα και ο γράφων και άλλοι δεν παύουμε να προτείνουμε, είναι δυνατό να αντιστραφεί το σημερινό καταστροφικό ρεύμα.

* δικηγόρος – πολιτικός επιστήμονας