Φέτος έλεγα πως δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο. Δεν θα πω άλλη μια ιστορία που μου διηγήθηκαν όσοι ήταν στην εξέγερση. Στον ένα χρόνο των συνεντεύξεων που έκανα μέναμε πάντα σ’ αυτήν την ημερομηνία σαν ορόσημο, στην Ελλάδα τού πριν και στην Ελλάδα τού μετά. Πολλοί από τους ανθρώπους που συμμετείχαν δεν ήθελαν να μιλήσουν γι’ αυτό. Ομως η σπίθα άναβε στα μάτια τους. Και όταν αφήναμε το «μετά» ακαθόριστο, να αιωρείται μέχρι το σήμερα, προχωρούσαμε στο «τότε, εκείνες τις μέρες… εκείνο το βράδυ… το επόμενο πρωί…».
Πλησιάζοντας στην πύλη, είδα και πάλι τις εικόνες, που αν τις αποσπάσεις από την κυνικότητα της εποχής, αν τις μεταφέρεις σε έναν άλλον τόπο και χρόνο ακηλίδωτες, δεν είναι δυνατόν να μη σε συγκινήσουν. Αν κλείσεις τα αυτιά σου στα συνθήματα των κομματικών παρατάξεων που θορυβούν τριγύρω θέλοντας να πείσουν πως η εξέγερση ήταν μια δική τους υπόθεση, θα δεις ανθρώπους με ένα λουλούδι να στέκουν σιωπηλοί και μόνοι με το κεφάλι κατεβασμένο. Σαν να προσεύχονται μπροστά στο μνημείο των ανθρώπων που έφεραν ελπίδα σε μια ανέλπιδη εποχή.
Σαν να ζητούν παρηγοριά για το σήμερα, για να αντέχουν στα δύσκολα αναπνέοντας όμως ελεύθερα. Η ελευθερία λοιπόν. Αυτό είναι που θα σηματοδοτεί πάντα η εξέγερση των φοιτητών, των οικοδόμων, των απλών ανθρώπων που συμμετείχαν. «Το Πολυτεχνείο ζει» φώναζε πλάι μου μια ομάδα μαθητών.
Ζει; Αναρωτήθηκα. Νομίζω πως αυτή είναι μια ερώτηση που πρέπει να την κάνουμε συχνά στον εαυτό μας, όταν με μεγάλη ευκολία μιλάμε σήμερα για ανελευθερία και χρησιμοποιούμε ασυνείδητα τον όρο «χούντα» για να χαρακτηρίσουμε πολιτικές πρακτικές. Εχω την εντύπωση ότι όσοι το κάνουν δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε. Δεν έχουν δει τα ματωμένα κρατητήρια της επταετίας, δεν έχουν κυνηγηθεί ένα βράδυ επειδή τραγουδούσαν Θεοδωράκη με την παρέα τους στον δρόμο, δεν έχουν ξυπνήσει κάποιο πρωί με την αγωνία στο στήθος πως ίσως χαθεί άλλος ένας σύντροφός τους. Πολλά «δεν» ακόμα θα μπορούσα να προσθέσω…
Φέτος είχα πει πως δεν θα γράψω για το Πολυτεχνείο. Η σιωπή μοιάζει καμιά φορά ο καλύτερος τρόπος να τιμήσεις μέσα σου ό,τι θεωρείς σπουδαίο και ακριβό. Μοιάζει, αλλά δεν είναι. Κοιτώντας γύρω μου τους ανθρώπους που ήσυχα και με σεβασμό κάθονταν στον περίβολο, συνειδητοποίησα ξανά πως το Πολυτεχνείο είναι και θα είναι για μας και για τις επόμενες γενιές μια προσωπική υπόθεση.
Και είναι αναγκαίο να μιλάμε γι’ αυτό, όχι σαν άλλη μια επέτειο, αλλά σαν έναν διαρκή διάλογο ανάμεσα στο τότε και το σήμερα. Ζει; Ζει και αναπτύσσεται σαν στέρεο δέντρο ανάμεσα στο κακό και το άδικο, που κάθε χρόνο κάνουν ό,τι μπορούν για να το ξεριζώσουν. Ζει και αντιστέκεται.
