Παρότι το θέμα δεν προσφέρεται ούτε για ευκολίες ούτε για απλοποιήσεις, θέλω να πω εξαρχής με σαφήνεια τη γνώμη μου: η συμφωνία του πρωθυπουργού και του αρχιεπισκόπου δεν ικανοποιεί –και δεν μπορεί να ικανοποιεί– την πλευρά που υποστηρίζει τη θρησκευτική ουδετερότητα της χώρας. Η συμφωνία δεν αφορά απλώς ένα οργανωτικό ζήτημα, αλλά τον πυρήνα της πολιτειακής ταυτότητας της Ελλάδας.
Με αυτήν, το οικονομικό βάρος της μισθοδοσίας των ιερωμένων παραμένει στην ελληνική πολιτεία πλην όμως η διαχείριση της μισθοδοσίας περνά εφεξής στην Εκκλησία, η οποία πλέον αυτοτελώς μπορεί να αποφασίζει. Οι κληρικοί θα χάσουν τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα και για τον λόγο αυτό διαμαρτύρονται, φοβούμενοι ότι η προστασία που τους παρέχει το κράτος έναντι των προϊσταμένων τους χάνεται και εφεξής οι τελευταίοι θα μπορούν να αποφασίζουν χωρίς δεσμεύσεις που προέκυπταν έως τώρα από την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου.
Θεωρώ θετικό ότι επιτέλους η Εκκλησία θα μπορεί αυτοτελώς να κανονίζει τα του οίκου της. Υπό την έννοια αυτή, η συμφωνία όντως είναι ένα βήμα στην ορθή κατεύθυνση. Ωστόσο, το βήμα μένει επικίνδυνα μετέωρο. Η θετική κατεύθυνση φαλκιδεύεται και εν τέλει ακυρώνεται εξαιτίας δύο προβλημάτων:
Το πρώτο είναι ο αδόκιμος συμψηφισμός του ύψους της μισθοδοσίας των κληρικών με την αξία της εκκλησιαστικής περιουσίας που παραχωρήθηκε στο ελληνικό Δημόσιο. Οσο δεν έχει γίνει καταγραφή αυτής της περιουσίας, ένας τέτοιος συμψηφισμός είναι απολύτως αυθαίρετος. Αν δεν καταγραφεί για τι περιουσία συζητάμε, δεν βλέπω πώς μπορούμε να προβαίνουμε σε τέτοιες συναλλαγές, τύπου «μία σου και μία μου». Επομένως, η καταγραφή και αξιολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας που παραχωρήθηκε στο Δημόσιο είναι προϋπόθεση του όποιου συμψηφισμού. Επ’ αυτού, αν το ελληνικό κράτος βρεθεί να χρωστάει, φυσικά να πληρώσει και να κλείσουμε το ζήτημα.
Το δεύτερο μείζον πρόβλημα είναι η ανάληψη πολιτειακής ευθύνης για την εσαεί μισθοδοσία της Εκκλησίας από την ελληνική πολιτεία. Μια τέτοια ρύθμιση, πέραν του οικονομικά επαχθούς χαρακτήρα της (για τον οποίο άλλοι είναι αρμοδιότεροι εμού να μιλήσουν), παραβιάζει ουσιωδώς τη θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους. Δεν μπορεί ένα κράτος να μιλάει σοβαρά για θρησκευτική ουδετερότητα τη στιγμή που αναλαμβάνει να συντηρεί στο διηνεκές έναν πενταψήφιο αριθμό ιερωμένων, για την επαγγελματική κατάσταση των οποίων μάλιστα απεμπολεί κάθε δικαίωμα.
Για τον λόγο αυτό έχει επισημανθεί (και από τον γράφοντα) ότι οι όροι «θρησκευτική ουδετερότητα» και «επικρατούσα θρησκεία» συνιστούν κατεξοχήν αντίφαση. Είναι ή το ένα ή το άλλο στο Σύνταγμα. Και, φυσικά, το αποτέλεσμα της συμφωνίας το αποδεικνύει. Η συμφωνία είναι μεν ανεξάρτητη από την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά δεν μπορεί να μη διαβάζεται υπό το φως αυτής. Χρειάζονται λοιπόν καθαρές λύσεις: «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» ή «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του θεού τω θεώ». Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης και η συμφωνία δεν υπηρετούν καθαρές λύσεις.
Η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην πρότασή της για διακριτούς ρόλους Κράτους-Εκκλησίας το 2005 τόνιζε, μεταξύ άλλων:
Είναι προφανές ότι, υπό καθεστώς απεξάρτησης της Εκκλησίας από την Πολιτεία, δεν νοείται μισθοδοσία των κληρικών οποιασδήποτε θρησκείας ή δόγματος από την Πολιτεία. Από την άλλη, είναι εξίσου προφανές ότι, χωρίς να έχει την ελεύθερη διαχείριση των οικονομικών της, καμιά Εκκλησία δεν είναι σε θέση να αναλάβει τη μισθοδοσία των λειτουργών της. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, διατηρείται το υφιστάμενο μισθολογικό, ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς των λειτουργών και υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Εκκλησίας της Κρήτης, των Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου και των εξαρτώμενων από αυτές νομικών προσώπων. Ωστόσο η διατήρηση αυτή αφορά μόνον όσους είναι διορισμένοι σε οργανικές θέσεις και υπηρετούν σε αυτές κατά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου
Για τους υπόλοιπους, αυτούς δηλαδή που θα προσλαμβάνονται εφεξής, η Εκκλησία της Ελλάδας πρέπει να υποστεί το μισθολογικό βάρος. Αξιοποιώντας την περιουσία της. Φυσικά, μια τέτοια ρύθμιση δεν θα έβρισκε σύμφωνη την Εκκλησία διότι, σε βάθος χρόνου, θα οδηγούσε στην απαλλαγή της πολιτείας από τη μισθοδοσία των κληρικών. Από την άλλη, δεν θα άφηνε κανέναν κληρικό στο δρόμο. Εδώ είναι λοιπόν που η εκάστοτε κυβέρνηση της Ελλάδας θα πρέπει να αποφασίσει, βάζοντας την ατζέντα με την πολιτική πυγμή που η συγκυρία απαιτεί και οι ιδεολογικές της προτεραιότητες επιτάσσουν. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή είναι η δημοκρατική κυβέρνηση του κυρίαρχου λαού.
Θα πει κανείς πως η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Το ξέρω. Ωστόσο, οι τομές θέλουν συναίνεση, αλλά αξιώνουν και ρήξεις. Για όσους θεωρούν τη συναίνεση της Εκκλησίας απαραίτητη για τη ρύθμιση των σχέσεών της με το ελληνικό κράτος, η αποτίμηση της συμφωνίας μπορεί να είναι συγκρατημένα θετική. Προσωπικά, όμως, δεν πιστεύω ότι μπορούμε να έχουμε μια πολιτεία απαλλαγμένη από θεοκρατικές αναφορές και δεσμεύσεις με τις ευλογίες της Εκκλησίας της Ελλάδος. Γι’ αυτό εκτιμώ πως η συμφωνία είναι προβληματική και ο απολογισμός της, εν τέλει, αρνητικός. Αν η επιδίωξή μας είναι το ουδετερόθρησκο κράτος, όποια κι αν είναι τα κριτήριά μας -αριστερά, φιλελεύθερα, μεταρρυθμιστικά, ρεαλιστικά κ.ο.κ.- είναι δύσκολο να την αποτιμήσουμε αλλιώς.
* καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείου
