Κατάμεστη αίθουσα, διαρκής εγρήγορση του «κοινού» με περισσότερους νέους και νέες που επευφημούσαν κατά τη θεατρική ροή του έργου με τη συνδρομή δύο και μόνο ηθοποιών, του πανεπιστημιακού δασκάλου Κοινωνιολογίας και του μαθητή του που θα εργαστεί στη συνέχεια στα «μέσα μαζικής επικοινωνίας».
Ανεξάρτητα από τις θεωρητικές τους αφετηρίες θα μπορούσε και εδώ να συναχθεί ως «κοινός τόπος» ότι το «φιλοσοφείν» αποτελεί «μελέτη θανάτου», ιδίως σε περιόδους «κρίσης» που ανατρέπει το «memento mori» σε «memento vivere». Ή, όπως τόνιζε στην Ηθική του ο Spinoza, «ο ελεύθερος άνθρωπος δεν σκέφτεται τίποτε άλλο λιγότερο παρά τον θάνατο. Και η σοφία του δεν αποτελεί μελέτη θανάτου, αλλά της ζωής».
Η Μαρία προσήλθε με το σύνολο των συναφών επισημάνσεων του Οδυσσέα Ελύτη για την ποίηση ως «υπέρβαση» του θανάτου (βλ. Μ. Χατζηγιακουμή, Η αίσθηση της ιστορίας στο έργο του Οδ. Ελύτη, 2 2014, 115-118), υπογραμμίζοντας ότι το «πάθος του ποιητή για τη ζωή και η πάλη του εναντίον του θανάτου αποτυπώνεται με τον πιο εμφατικό και παραστατικό τρόπο προς το τέλος του βίου του». Δηλαδή, γράφοντας στον «Κήπο με τις αυταπάτες» (1995):
Είμαι δύσκολος· ένας Θουκυδίδης απ’ την ανάποδη. Κόβω κάτι δαγκωνιές του θανάτου τόσο ισχυρές που, ώσπου να συνέλθει, προφταίνω να πάρω μια καινούργια παράταση
Ο Τίτος Πατρίκιος, δίπλα μας κι αυτή τη φορά, μας θυμίζει από το έργο του την αδιάκοπη παρακολούθηση του όντος από την επικείμενη απώλειά του:
όμως ο θάνατος δε χάνει ποτέ τα χνάρια μου,
ένα σκυλί που συνεχώς μ’ ακολουθεί
αφήνοντας καμία φορά την απόσταση να μεγαλώνει
Προσπερνά μάλιστα ο ποιητής τις «αυτάρεσκες επικλήσεις του θανάτου», πέρα από τους «μαυροφορεμένους» συγγενείς και τους λευκοφορεμένους πεθαμένους στο «αργόσυρτο ταξίδι στη λίμνη της Αχερουσίας»:
εμείς που ζούμε έχουμε ανάγκη
από μεγάλη κατανάλωση χρωμάτων
Γιατί κρατάμε «πάντα μια πισινή μεταθανάτιας ζωής» (βλ. τα βιβλία μου: Κοινωνία, πολιτική στράτευση και ποίηση, 2006: 129-131 και Για το ιστορικό «υπόβαθρο» της λογοτεχνίας, 2017: 177-187).
Ο συντάκτης του παρόντος κειμένου στο ερώτημα «τι ονομάζετε “θάνατο”;» απαντούσε ως εξής στο «κοσμοδρόμιο» της Αφροδίτης (βλ. Οντολογία της ιστορίας, 2011:145):
Μα αυτό που κι εσείς γνωρίζετε πολύ καλά. Ας μου επιτραπεί, στην ηλικία άλλωστε που έχουμε φτάσει, να προσθέσω ότι ζητώ από τους επιγόνους μας να μη μας θάψουν σε ξεχωριστό πλανήτη, αλλά στον ίδιο και πολύ κοντά. Ακριβώς, όπως έλεγε κι ο ποιητής, να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα για να ανταμωνόμαστε. Και ως προς το προσεχές μέλλον το ον και ο “mors immortalis” συγκατοικούν, αφού δεν μπορεί ακόμη να θανατωθεί ο θάνατος. Το μόνο που μπορεί κανείς να ευχηθεί είναι ο πόνος της διαδικασίας τού θνήσκειν να συντομευθεί. Αυτή είναι η “ηθική της ευθανασίας” από την πλευρά του θνητού όντος
Και οι τρεις μας καλεσμένοι στην παράσταση που υπαινίχθηκα στην αρχή: «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι». Πρόκειται για έργο του Mitch Albom που φέρνει τη θεατρική ερμηνευτική σφραγίδα του Γρηγόρη Βαλτινού, που με τη σειρά του αποκτά την αμείωτη εγρήγορση του πανεπιστημιακού δασκάλου χάρη στη δυναμική συμπαρουσία του μαθητή του Γιάννη Σαρακατσάνη. Παρεμβάλλονται στη μεταξύ τους, κάθε Τρίτη, συζήτηση διαδοχικοί κύκλοι προβληματισμού, όπως είναι η αγάπη, ο χορός, ο γάμος, η τεκνοποιία, οι διαπροσωπικές σχέσεις, το χρήμα, ο εγωισμός, οι φόβοι, η ανίατη αρρώστια, σε συνδυασμό συνεχώς με το ζήτημα του θανάτου, ακόμη κι αν αυτός δεν βρίσκεται ante portas. Ο Μ. Σουόρτς προσπαθεί με τη συνέργεια του μαθητή του να προβεί κάποτε και σε μια «αντιστροφή» των ρόλων τους, χωρίς να αποσιωπάται το εργασιακό του καθημερινό πλαίσιο στα ΜΜΕ. Ειδικότερα (βλ. επίσης Οντολογία της ιστορίας, 51):
Για τους ιδιοκτήτες μιας τηλεοπτικής οθόνης και για κάποιους από τους «αστέρες» της, που μετρούν το ύψος τους με την τηλεθέαση, επιδιώκεται να αναχθούν σε «εθνικό» τηλεοπτικό εγχειρίδιο και συνακόλουθα σε ιδιόνομο μηχανισμό πολιτισμικής ηγεμονίας. Ποιο είναι το όπλο της «τηλεξουσίας» που καθιστά περισσότερο τελεσφόρα από την πλευρά της τη συναλλαγή; Ο,τι θα ονόμαζα «τηλεοπτική αγοραφοβία».
Ειδικότερα, η διάδοση των «μέσων μαζικής επικοινωνίας» («mass communication») και πρώτιστα της τηλεόρασης, που εισχώρησε σε όλα τα σπίτια και τα καφενεία του πιο μικρού οικισμού, μορφοποίησε νέους κώδικες συμπεριφοράς. Δηλαδή, ισχυροποίησε στερεότυπα και καθόρισε στάσεις, με αναλώσιμα συμβολικά αγαθά που παράγονται στους κόλπους του υπάρχοντος καταναλωτικού καπιταλισμού. Ετσι η «τηλεξουσία» εξελίχθηκε σε νέο δραστικό κέντρο των αναστολών και των χειραγωγήσεων. Για τούτο άλλωστε η τηλεοπτική βιομηχανία δεν δυσκολεύτηκε πολύ για να «πείσει» Ινστιτούτα Γενετικής Συμπεριφοράς, όπως αυτό του University of Colorado (βλ. Για το ιστορικό «υπόβαθρο» της λογοτεχνίας, 2017:605), να αποφανθούν ότι οι συνθήκες τηλεθέασης είναι εγγεγραμμένες στα ανθρώπινα γονίδια…
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
