Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πανηγυρίζουν για το διαφαινόμενο τέλος της εποχής Μέρκελ, καθώς στο πρόσωπό της βλέπουν τον άνθρωπο που επέβαλε την πολιτική λιτότητας στον Νότο της Ευρώπης, ακολουθώντας μεθόδους στις οποίες η πολιτική και η οικονομική βία ήταν το κύριο συστατικό τους. Δυστυχώς, αγνοώντας τα διδάγματα της Ιστορίας, ακολουθούν μονοπάτια που παραπέμπουν περισσότερο στην ταινία του Σέρτζιο Λεόνε «Ο Καλός, ο Κακός και ο Ασχημος», υποβαθμίζοντας την ανάλυση των πραγματικών δεδομένων που οδηγούν τον πολιτικό να κάνει τις επιλογές του.
Η Μέρκελ είναι περισσότερο ρεαλίστρια από ιδεολόγος και αυτό προκύπτει αν μελετήσει κανείς τις σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις που πήρε στη θητεία της ως καγκελάριος. Θυμηθείτε τη σκληρή της στάση κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όταν οι επιθετικές πολιτικές της υπέρ της λιτότητας αψήφησαν τη λογική και τις συμβουλές οικονομολόγων και ξένων πολιτικών. Επίσης, τον ισχυρισμό της το 2010 ότι η πολυπολιτισμικότητα «είχε τελείως αποτύχει».
Συγκρίνετε τις επιλογές αυτές με εκείνες για το προσφυγικό, αλλά και για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας. Για παράδειγμα, το 2011, όταν η Μέρκελ, μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα, πίεσε να σταματήσει η παραγωγή ηλεκτρισμού από εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας.
Στο ίδιο πνεύμα, η απόφασή της να μην κλείσει τα σύνορα της Γερμανίας σε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, το 2015, προκάλεσε αντίδραση στο κόμμα της και την περιφρόνηση ισχυρών λαϊκών εφημερίδων. Η αρχικά ανοιχτή αγκαλιά της Μέρκελ προς τους πρόσφυγες επιτάχυνε την άνοδο του ακροδεξιού ΑfD, που είναι τώρα ηγέτης της αντιπολίτευσης στο κοινοβούλιο.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κάποιος ότι πολλές από τις αποφάσεις της μπορεί να κινούνται στο πλαίσιο της πολιτικής που ακολούθησε ο Κολ, καγκελάριος του CDU στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, που στην εποχή του συνέβαλε τα μέγιστα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Αν σε αυτά προστεθεί και η εμπειρία από τη διακυβέρνηση Σρέντερ (καγκελάριος από το 1998 ώς το 2005), τότε συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν υπάρχει «πολιτική Μέρκελ» αλλά ένα διαχρονικό πλαίσιο το οποίο εξυπηρετεί έναν και μοναδικό στόχο: την κυριαρχία της Γερμανίας καταρχήν στην ηπειρωτική Ευρώπη.
Ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός ηγήθηκε κυβέρνησης συνασπισμού με το κόμμα των Πρασίνων από το 1998 έως το 2005. Στις αρχές του 2005, ο Σρέντερ πέρασε από το κοινοβούλιο ένα τεράστιο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων το οποίο αποκάλεσε Ατζέντα 2010. Με την πράξη του αυτή δημιούργησε πολιτικό κόστος και όταν ο Σρέντερ προχώρησε σε πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, έχασε την εξουσία.
Αλλά η Ατζέντα 2010 επιβίωσε και με επιτυχία περιέστειλε το κράτος πρόνοιας, μεταξύ άλλων μειώνοντας τα επιδόματα ανεργίας για να ενθαρρύνει την εργασία, χαλαρώνοντας τις αυστηρές ρυθμιστικές πρακτικές και διαμορφώνοντας μια μεγάλη συμφωνία με τα εργατικά συνδικάτα όπου οι συνδικαλιστές συμφώνησαν να κρατηθούν οι μισθοί σε χαμηλά επίπεδα με αντάλλαγμα την εξασφάλιση των θέσεων εργασίας.
Κοντολογίς, η αποχώρηση της Μέρκελ δεν σημαίνει ότι θα εγκαταλειφθούν η πολιτική τής αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας που έχει επιβάλει στην Ευρώπη ούτε η -έμμεση- επιτροπεία που ακολουθεί για να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στις χώρες που επλήγησαν από την οικονομική κρίση. Και αυτό διότι οι πολιτικές αυτές είναι η κοινή συνισταμένη όλου του γερμανικού πολιτικού συστήματος –μηδέ των Πρασίνων εξαιρουμένων.
Αντίθετα, το πιο πιθανό είναι ότι οι διάδοχοί της θα γίνουν ακόμα πιο επιθετικοί και απαιτητικοί, αφού η Γερμανία κάθε μέρα που περνά βρίσκεται πιο κοντά στον ακραίο συντηρητισμό. Αλλωστε, αν καταγραφούν τα ονόματα εκείνων που εμφανίζονται ως διάδοχοι της Μέρκελ, γίνεται αντιληπτό ότι για το Βερολίνο η λιτότητα είναι… όπλο.
Στη λίστα των δελφίνων βρίσκονται ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η γενική γραμματέας της CDU Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, ο νυν υπουργός Υγείας και πρώην «δεξί χέρι» του Σόιμπλε στο υπουργείο Οικονομικών Γενς Σπαν, ο οποίος όταν πέρασε το υπουργείο Οικονομικών σε σοσιαλδημοκρατικά χέρια είχε δηλώσει: «Δεν θέλω να ανοίξουν σαμπάνιες στον Αλέξη Τσίπρα επειδή ορισμένοι πιστεύουν πως με έναν σοσιαλδημοκράτη υπουργό θα υπάρξουν ξανά περισσότερα χρέη και λιγότερες μεταρρυθμίσεις»…
Επίσης είναι ο Αρμιν Λάσετ και ο Φρίντριχ Μερτς. Ολοι τους θεωρούνται -άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο- πιο συντηρητικοί από την Ανγκελα Μέρκελ.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολύ απλά ότι η λιτότητα που υπαγορεύει το Σύμφωνο Σταθερότητας θα εξακολουθήσει να επιβάλλεται, ανεξάρτητα από το αν η Μέρκελ βρίσκεται στην καγκελαρία, καθώς είναι ένα εργαλείο της πολιτικής για τον οικονομικό έλεγχο της Ε.Ε. Αυτό όμως που μπορεί να αλλάξει προς το χειρότερο είναι οι μέθοδοι επιβολής που μπορεί να γίνουν ακόμα πιο βίαιες και πιο απροκάλυπτες.
Και αυτό, σήμερα που η μνήμη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και, μαζί με αυτήν, η αίσθηση ευθύνης της Γερμανίας στην Ευρώπη εξασθενούν, δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την ήπειρο.
*δημοσιογράφος, συγγραφέας
