ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Β. Αποστόλου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ετυχε πριν από καιρό -και πάντως πριν από τις εκλογές του 2015- να βρίσκομαι σε ένα καφενείο επαρχιακής πόλης περιμένοντας έναν φίλο. Πίνοντας καφεδάκι και ξεφυλλίζοντας μια εφημερίδα, άκουσα από το διπλανό τραπέζι δυο πελάτες που τα λέγανε. Ο ένας μού φάνηκε γνωστή φυσιογνωμία. Μετά και αφού είχα φύγει θυμήθηκα ότι ήταν πολιτευτής. Ούτε καν θυμάμαι το όνομά του, ούτε τίνος κόμματος ήταν.

Αυτό όμως δεν έχει και πολλή σημασία. Σημασία είχαν όσα έλεγαν. Ο ένας (ο μη πολιτευτής) από ό,τι κατάλαβα ήταν εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος. Ελεγε λοιπόν: «Ρε συ, στις ερχόμενες εκλογές λέω να κατέβω για βουλευτής. Τι λες και συ;».

Και ο άλλος (ο πολιτευτής) αποκρίθηκε: «Μ@λ@κ@ς είσαι, ρε, το χοντρό χρήμα παίζεται στους δήμους, όχι στα βουλευτιλίκια. Αν το ‘ξερα θα καθόμουν κι εγώ στ’ αυγά μου και δεν θα πηγαινοερχόμουν στο μπουρδέλο (σ.σ.: μπουρδέλο ήταν η Βουλή), κάτσε δω και κοίτα να τα κονομήσεις».

Οταν ακούει κάποιος αυτές τις παραινέσεις, πού πάει το μυαλό του; Οτι θα τα κονομήσει πηγαίνοντας και ενεργώντας με τον σταυρό στο χέρι; Με δεδομένη την πανθομολογούμενη διαφθορά (απότοκη της απέραντης φοροδιαφυγής) που καλά κρατεί στον δημόσιο χώρο -και μέσα σ’ αυτόν και οι ΟΤΑ- ένας όχι απαραίτητα κακόπιστος, αλλά σχετικά σκεπτόμενος άνθρωπος, τι θα μπορούσε να συμπεράνει; Κάθε άλλο παρά σύννομες και θεάρεστες καταστάσεις.

Αυτή η συζήτηση μου κέντρισε το ενδιαφέρον, μια και πίστευα ότι το βουλευτιλίκι και οι συμμετοχές των βουλευτών σε διάφορες επιτροπές της Βουλής εξασφαλίζουν μπόλικο παραδάκι σε πλείστους εκπροσώπους του έθνους.

Εκτοτε, λοιπόν, άρχισα να το ψάχνω το πράγμα και οι σοβαρές ενδείξεις που είχα συνηγορούσαν στην άποψη του πολιτευτή, ότι όντως το πολύ χρήμα παίζεται στους δήμους.

Και πολύ φοβάμαι ότι η καθ’ όλα ευγενής και εξόχως κομψή τοποθέτησή του («Μ@λ@κ@ς είσαι ρε, το χοντρό χρήμα κ.λπ.») είναι κοινός τόπος στους ΟΤΑ – και όχι μόνον εκεί, βέβαια.

Εάν λοιπόν είναι έτσι, τότε τι μπορεί να υποθέσει κάποιος όταν ακούει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να λέει από το βήμα της ΔΕΘ πως όταν αναλάβει αυτός τα κουμάντα της χώρας, οι αρμοδιότητες προσδιορισμού του ΕΝΦΙΑ θα εκχωρηθούν στους δήμους και τα έσοδα από αυτόν επίσης θα πάνε στους δήμους; Προφανώς ότι θα γίνει της τρελής το πανηγύρι από τη ρεμούλα που θα επικρατήσει.

Μήπως, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης, αντί να εξαγγέλλει φούσκες σαν την παραπάνω, θα ήταν καλύτερα να μας έλεγε τον τρόπο που θα καταπολεμήσει τη φοροδιαφυγή από την οποία ματώνει η χώρα, από συστάσεως του ελληνικού κράτους; Αυτό το τελευταίο ασφαλώς αφορά όλους τους ενεργούς πολιτικούς.

Και αν δεν ξέρουν τον τρόπο, τους παραπέμπουμε τόσο στις προτάσεις του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Σεπτ. 2018) όσο και στο άρθρο του υπογράφοντος το παρόν, που δημοσιεύτηκε στην «Εφ.Συν.» στις 6 Φεβ. 2013 με τίτλο «Φορολογία τρέλα».

Σε αμφότερα διατυπώνεται η άποψη για καθιέρωση ενός συστήματος με φορολόγηση του καθαρού εισοδήματος (έσοδα – έξοδα) για όλους. Κάτι τέτοιο σήμερα είναι απόλυτα εφικτό με τις δυνατότητες που προσφέρει η μηχανοργάνωση.

Ετσι θα πάψει η κοροϊδία των γελοίων αντικειμενικών κριτηρίων διαβίωσης, του χυδαίου νόμου του ΕΝΦΙΑ, των αντικειμενικών αξιών ακινήτων που το κράτος τις αυξάνει καταπώς γουστάρει προκειμένου να εισπράττει υψηλούς ΕΝΦΙΑ, δημιουργώντας έτσι χαώδεις διαφορές ανάμεσα στην αντικειμενική και την αγοραία αξία του ακινήτου και τόσων άλλων.

Εκτός και αν οι πολιτικοί μας τρέμουν στην ιδέα να κυνηγήσουν το μαύρο χρήμα, που δεν το κατέχουν βέβαια οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, τους οποίους μακελεύουν αενάως, αλλά το μεγάλο κεφάλαιο, με τους παρατρεχάμενούς του, που το χρησιμοποιεί για να διαφθείρει, συντηρώντας ένα κλίμα που είναι μείγμα διαρκούς αμφισβήτησης, φόβου και παραίτησης, προκειμένου να προωθούνται τα δικά του συμφέροντα.

Κάτι τέτοιο λοιπόν είχε υπόψη του και ο πολιτευτής μας, που ως γνήσιος παρατρεχάμενος του κεφαλαίου μετάνιωσε που έγινε βουλευτής και παρότρυνε τον φίλο του να κάτσει στ’ αυγά του και να τα κονομήσει. Και αυτό οι πολιτικοί μας -δυστυχώς- το επιτρέπουν. Μήπως φταίμε κι εμείς γι’ αυτό;