Για πολλούς η σύγκρουση της ιταλικής κυβέρνησης με το Βερολίνο, το Παρίσι και το διευθυντήριο των Βρυξελλών είναι μία υπόθεση πολιτική. Και όπως συμβαίνει συχνά την τελευταία δεκαετία, οι ισχυροί έχουν επιλέξει να την εμφανίσουν ως μία αντιπαράθεση μεταξύ λαϊκιστών και ευρωπαϊστών.
Μια βολική προσέγγιση για την κυρία Μέρκελ και τον κ. Μακρόν, καθώς με τον τρόπο αυτό κρύβουν από τους Ευρωπαίους την ουσία της διαμάχης που δεν είναι καμία άλλη παρά το ευρώ ή μάλλον η αποτυχία του. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία, αλλά και οι κρίσεις στην Ιρλανδία, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία είναι η αναπόφευκτη συνέπεια του να επιβάλεις ένα νόμισμα σε μια ομάδα ετερογενών χωρών, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά για πολιτικούς.
Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί είχαν ως επιχείρημα το ότι η χρήση ενός κοινού νομίσματος θα εμφυσήσει στους πολίτες τους εντονότερα την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια ευρωπαϊκή κοινότητα και ότι η μετατόπιση των ευθυνών για τη νομισματική πολιτική από το εθνικό επίπεδο σε μια κεντρική τράπεζα θα σηματοδοτούσε και μια μετατόπιση πολιτικών δυνάμεων.
Ολοι μπορούν να κάνουν λάθη, θα σκεφτείτε. Στην περίπτωση του ευρώ όμως δεν μιλάμε για λάθος, αλλά για την πιο ακραία μορφή πολιτικού καιροσκοπισμού και τυχοδιωκτισμού.
Μία πολιτική επιλογή για τις ολέθριες συνέπειες της οποίας είχαν προειδοποιήσει από τη δεκαετία του ’90 πολλοί οικονομολόγοι. Υποστήριζαν ότι το κοινό νόμισμα προϋποθέτει ότι όλες οι χώρες της οικονομικής ένωσης έχουν την ίδια οικονομική πολιτική και το ίδιο βασικό επιτόκιο, με τα επιτόκια να διαφέρουν ανάμεσα στους δανειστές μόνο εξαιτίας διαφορών στο πιστωτικό ρίσκο.
Κοινό νόμισμα, επίσης, σημαίνει καθορισμένη ισοτιμία μέσα στη νομισματική ένωση και η ίδια ισοτιμία να σχετίζεται με όλα τα άλλα συναλλάγματα, ακόμα και όταν κάποιες χώρες μέσα στη νομισματική ένωση θα ωφεληθούν από τις αλλαγές στις σχετικές αξίες.
Γι’ αυτόν τον λόγο, οι οικονομολόγοι πρόβλεπαν ότι το ευρώ θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες διακυμάνσεις στην παραγωγή και τις θέσεις εργασίας, σε μια πιο αργή προσαρμογή στην πτώση της συνολικής ζήτησης και σε επίμονες εμπορικές ανισορροπίες ανάμεσα στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Και πράγματι, όλες αυτές οι αρνητικές συνέπειες έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια.
Αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί ραγδαία το ποσοστό δημόσιου και ιδιωτικού χρέους ως προς το ΑΕΠ σε πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία και η Ισπανία, παρά το ευνόητο ρίσκο που άφηνε κάτι τέτοιο στους δανειστές, οι παγκόσμιες κεφαλαιακές αγορές δεν ανταποκρίθηκαν αυξάνοντας τα επιτόκια στις χώρες με αυξανόμενο επίπεδο χρέους.
Οι αγοραστές ομολόγων υπέθεσαν ότι το ομόλογο μιας χώρας που βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ενωση ήταν εξίσου ασφαλές με το ομόλογο μιας άλλης χώρας της Ενωσης, αγνοώντας τη ρήτρα της μη διάσωσης (no bail-out clause) της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Ως αποτέλεσμα, τα επιτόκια στα ελληνικά και τα ιταλικά ομόλογα ήταν διαφορετικά από αυτά των γερμανικών κατά λιγότερο από μία ποσοστιαία μονάδα.
Πριν ιδρυθεί η νομισματική ένωση, τα μεγάλα οικονομικά ελλείμματα γενικά οδηγούσαν σε υψηλότερα επιτόκια ή σε χαμηλότερες τιμές συναλλάγματος. Αυτά τα σημάδια της αγοράς δρούσαν ως μια αυτόματη προειδοποίηση, αλλά η οικονομική ένωση τα εξάλειψε.
Οταν στις αρχές του 2010 οι αγορές αναγνώρισαν το λάθος να θεωρούν όλες τις χώρες της ευρωζώνης εξίσου ασφαλείς, τα επιτόκια άρχισαν να αυξάνουν το κρατικό χρέος της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας.
Η δομή του ευρώ είχε ως συνέπεια η ελληνική περιπέτεια να επηρεάσει και την Ιταλία, προκαλώντας αύξηση στα επιτόκια των ιταλικών κρατικών ομολόγων που έφτασαν από λιγότερο από 4% τον Απρίλιο του 2010 σε περισσότερο από 7% τον Νοέμβριο του 2011 -ένα ποσοστό που έκανε το κρατικό χρέος να αυξηθεί γρηγορότερα από το εθνικό εισόδημα.
Αυτά που βλέπουμε να γίνονται σήμερα στην Ιταλία είναι τα αναπόφευκτα αποτελέσματα μίας πολιτικής που υπέταξε τις βασικές οικονομικές αλήθειες στην πολιτική σκοπιμότητα.
Το πρόβλημα είναι ότι αφενός η Ιταλία είναι για την υπόλοιπη Ευρώπη πολύ μεγάλη για να αποτύχει τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά και αφετέρου ότι το περιβάλλον σήμερα δεν έχει καμία σχέση με εκείνο του ’10, του ’12 και του ’15.
Με τον Τραμπ να έχει ανατρέψει βασικές παραδοχές της παγκόσμιας οικονομίας, τους ευρωσκεπτικιστές να καλπάζουν, τη Γερμανία να βρίσκεται στο κατώφλι μιας μείζονος πολιτικής κρίσης και τη Γαλλία να αναζητά τον ρόλο της στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, η βίαιη επιβολή «λύσεων» φαίνεται αδύνατη. Ετσι, αργά ή γρήγορα θα επιστρέψουμε στη λογική των συμβιβασμών που αναπότρεπτα θα στοχεύουν στον πυρήνα του ευρώ.
Και τότε σίγουρα κάποιοι θα σκεφτούν την ατάκα: Αν περιμένεις αρκετά στην όχθη του ποταμού, θα δεις τα πτώματα των εχθρών σου να περνούν επιπλέοντας από μπροστά σου.
*δημοσιογράφος, συγγραφέας
