Στα ψιλά της ευρωπαϊκής επικαιρότητας πέρασε το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Σεπτεμβρίου σχετικά με τα αυτόνομα οπλικά συστήματα, γνωστότερα και ως «Killer Robots».
Εχει ωστόσο μια ιδιαίτερη σημασία, δεδομένων των εξελίξεων γύρω από τη νέα Ευρωπαϊκή Πολιτική για την Αμυνα, που από το 2015 προωθεί επιθετικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τοποθετώντας τη στρατιωτικοποίηση της Ε.Ε. στον πυρήνα της μεταρρυθμιστικής ατζέντας της επιτροπής Γιούνκερ.
Το ψήφισμα ζητάει ρητά από την αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ύπατη εκπρόσωπο της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Φεντερίκα Μογκερίνι, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άμεσα «να εργαστούν για την έναρξη διεθνών διαπραγματεύσεων σε σχέση με ένα νομικά δεσμευτικό μέσο για την απαγόρευση των φονικών αυτόνομων οπλικών συστημάτων» – ανερχόμενο κλάδο της στρατιωτικής βιομηχανίας και βασικό επενδυτικό πεδίο προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης μεγάλων εταιρειών ρομποτικής.
Αυτονόητα, το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη απουσία ανθρωπίνου ελέγχου και η αυτοματοποιημένη δυνατότητά τους να επιλέγουν τον στόχο τους, τον χρόνο και τόπο στον οποίο θα του επιτεθούν.
Λόγω της φύσης τους, της έλλειψης παρουσίας ανθρώπινου χειριστή και όλων των ψυχολογικών, κοινωνικών και νομικών συνεπειών που αυτή συνεπάγεται, αποτελούν συστήματα που έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλουν ολοκληρωτικά τις πολεμικές επιχειρήσεις.
Το αποτέλεσμα της ένταξης αυτών των εξοπλισμών στην έτσι κι αλλιώς ελάχιστα ρυθμισμένη αγορά όπλων, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου, θα ήταν να πυροδοτηθεί μια «πρωτοφανής και ανεξέλεγκτη κούρσα εξοπλισμών».
Οπως αναφέρεται στο κείμενο του ψηφίσματος, «τον Αύγουστο του 2017, 116 ιδρυτές κορυφαίων διεθνών εταιρειών ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης έστειλαν ανοιχτή επιστολή στον ΟΗΕ καλώντας τις κυβερνήσεις να «αποτρέψουν μια κούρσα εξοπλισμών με τέτοια όπλα» και «να αποφύγουν τις αποσταθεροποιητικές συνέπειες αυτών των τεχνολογιών»».
Ανταποκρινόμενοι σε μια σειρά παρόμοιων παρεμβάσεων αλλά και σε καταγγελίες ότι «ένας άγνωστος αριθμός χωρών, βιομηχανιών που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση και ιδιωτικών βιομηχανιών ερευνά και αναπτύσσει φονικά αυτόνομα οπλικά συστήματα, από πυραύλους με δυνατότητες επιλεκτικής στόχευσης έως αυτοπροσαρμοζόμενες μηχανές με γνωσιακές ικανότητες που είναι σε θέση να αποφασίζουν τον στόχο, τον χρόνο και τον τόπο της επίθεσης», ένας μεγάλος αριθμός ευρωβουλευτών από όλες τις πολιτικές ομάδες εντός του Ευρωκοινοβουλίου πρότεινε το ψήφισμα, το οποίο και εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία. Θετικά ψήφισαν 566, εναντίον 47 και 73 απείχαν.
Η σημασία του πολλαπλασιάζεται εάν κανείς αναλύσει την πρόταση του Ευρωκοινοβουλίου στο πλαίσιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αμυντικής Βιομηχανικής Ανάπτυξης (European Defence Industrial Development Programme – EDIDP), το οποίο θα διαθέσει την περίοδο 2019-2020 500 εκατομμύρια ευρώ στην αμυντική βιομηχανία, για συνέργειες με σκοπό την έρευνα και ανάπτυξη νέων εξοπλισμών. Αλλά και του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Αμυνα, που θα διαδεχθεί το EDIDP κατά τη διάρκεια του επόμενου προϋπολογισμού της Ε.Ε. (2021-2027) με αρχικό προϋπολογισμό 13 δισ. ευρώ, συν τις εισφορές των κρατών-μελών.
Στον κανονισμό του EDIDP, o οποίος αποτελεί πρόπλασμα και του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Αμυνα, δεν έχει προβλεφθεί κανενός είδους περιορισμός στο είδος των εξοπλισμών που μπορούν να αναπτύξουν όσα προγράμματα κρίνονται επιλέξιμες δράσεις.
Ως αποτέλεσμα, προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης φονικών αυτόνομων οπλικών συστημάτων μπορούν να ευεργετηθούν από τις νέες χρηματοδοτικές δομές που δημιουργεί η Επιτροπή. Παρομοίως, αρρύθμιστο παραμένει και το πλαίσιο εξαγωγής εξοπλισμών που αναπτύσσονται από αυτές τις δράσεις, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στα κράτη-μέλη και στις εταιρείες να δράσουν όπως υπαγορεύουν τα συμφέροντά τους.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης ότι ανάμεσα στους εισηγητές του ψηφίσματος συναντά κανείς ονόματα ευρωβουλευτών που αποτελούν βασικούς παίκτες στην προώθηση της πολιτικής στρατιωτικοποίησης στην Ε.Ε., όπως τον Μίκαελ Γκέλερ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ή τη σοσιαλδημοκράτη πολιτικό Ανα Γκόμεζ.
Πρόκειται για λεπτομέρεια που διευρύνει τη σημασία του ψηφίσματος, το οποίο ωστόσο αποτελεί μια χαμηλού βεληνεκούς, μη δεσμευτική, αντίδραση.
Μένει να δει κανείς εάν και πώς θα ανταποκριθεί η επίτροπος Μογκερίνι, της οποίας όμως η σχέση με τους κύκλους που προωθούν συμφέροντα του ανερχόμενου στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος στην Ε.Ε. δεν είναι καθόλου, μα καθόλου υπανάπτυκτη.
