Πάνω στη φιλοσοφία της μετάφρασης υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Αλλά θα ξεκινούσα από μια περίφημη φράση του Μπενεντέτο Κρότσε, ο οποίος υποστήριζε ότι οι μεταφράσεις διαιρούνται σε κακές και πιστές, και καλές και άπιστες.
Θα ήθελα να διαφοροποιηθώ από αυτή τη φράση και να υποστηρίξω, αντίθετα, ότι οι μεταφράσεις, για να είναι άξιες του ρόλου τους, πρέπει να είναι και καλές και πιστές. Πιστότητα δεν σημαίνει μηχανιστική μεταφορά του κειμένου, αλλά σεβασμό όχι μόνο στο νόημα -όπως υποστηρίζουν πολλοί- αλλά στη σύνταξη και στον αριθμό των στίχων όταν πρόκειται για ποιήματα. Βέβαια, δεν μπορούμε να απαιτούμε την ίδια ακολουθία των λέξεων, γιατί κάθε γλώσσα έχει τους δικούς της κανόνες, αλλά, όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει να σεβόμαστε τη δομή του πρωτότυπου, αναζητώντας την αναπαραγωγή της ομορφιάς του.
Ιδανική μετάφραση είναι εκείνη που, όταν βρίσκεται σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχει τη λειτουργία ενός σχολαστικού μεταφραστή, που βοηθά τον αναγνώστη να καταλάβει το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει μια κομψή και ευχάριστη σελίδα για διάβασμα.
Κάποτε ήταν σε χρήση κριτήρια εντελώς διαφορετικά και σε μεγάλη ελευθερία έμπνευσης: πράγματι, γνωστές και θαυμαστές μεταφράσεις, όπως η «Θεία Κωμωδία» του Καζαντζάκη, είναι αληθινές προσωπικές ερμηνείες του μεταφραστή.
Φυσικά, μιλώντας για έργα υψηλής ποιητικής, η μετάφραση είναι πάντα μια χαμένη μάχη, γιατί η μεταφρασμένη σελίδα δεν θα είναι ποτέ τόσο ωραία όπως η σελίδα του συγγραφέα. Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από τον Καζαντζάκη να έχει το εύρος του Δάντη, αλλά ο σκοπός του μεταφραστή είναι επίσης ο σεβασμός του ρυθμού, η μουσικότητα του στίχου∙ είναι μια δύσκολη πρόκληση, που ωστόσο δεν πρέπει να εγκαταλείπεται.
Ολοι γνωρίζουν ότι κάθε λογοτεχνικό έργο πρέπει να διαβάζεται στη γλώσσα του, αλλά η πραγματικότητα είναι διαφορετική και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τουλάχιστον το ογδόντα στα εκατό των κειμένων που γνωρίζουμε τα διαβάσαμε σε μετάφραση, και συγγραφείς παγκόσμιοι όπως ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκέτε και ο Θερβάντες θα μας είχαν μείνει άγνωστοι αν δεν είχαμε μπορέσει να τους απολαύσουμε στη γλώσσα μας. Η λειτουργία του μεταφραστή είναι εκπληκτική, γιατί γίνεται ο πρωταρχικός αγωγός ανάμεσα στο πρωτότυπο έργο και τους αναγνώστες μιας άλλης γλώσσας, μιας άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας που πλησιάζουν έναν άγνωστο κόσμο.
Στην παιδική μας ηλικία διαβάζαμε βιβλία ξένων συγγραφέων σε οικονομικές εκδόσεις που αγοράζαμε από τους πάγκους των μεταχειρισμένων, για λίγες δραχμές τότε. Ηταν μια σημαντική πράξη διάδοσης και πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία εκείνων των εκδοτών που έφεραν στο κοινό μεγάλα έργα που διαφορετικά δεν θα έφταναν ποτέ.
* ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
