ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ζώρας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ανάπτυξη του σύγχρονου συνταγματισμού, στο πλαίσιο των ιστορικών και πολιτικών συγκυριών του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα, αναδεικνύει τη σημασία της σχέσης του δικαίου με το εκάστοτε σύστημα δημόσιας διακυβέρνησης. Η δημόσια διακυβέρνηση αντιπροσωπεύει τις τρέχουσες λειτουργίες ενός κράτους, το οποίο αποφασίζει και ενεργεί επιδιώκοντας κάποιους σκοπούς. Η σύνθετη λειτουργία του δικαίου αναφορικά με τη δημόσια διακυβέρνηση διευκρινίζεται και από την κλασική διάκριση μεταξύ κράτους δικαίου και κοινωνικού κράτους.

Η συζήτηση για το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος είναι επίκαιρη και ατέρμονη. Καθημερινός είναι ο διάλογος για τη συμβατότητα πολιτικών ή πρακτικών του κράτους ή άλλων «εξουσιών» στο επίπεδο της κοινωνίας και της οικονομίας με την αρχή του κράτους δικαίου. Ισχύει, επομένως, η διαπίστωση ότι η συζήτηση για το κράτος δικαίου και για το κοινωνικό κράτος είναι και πρακτική συζήτηση, η οποία αφορά καθημερινές εκδηλώσεις όχι μόνο του κρατικού αλλά και γενικότερα του οργανωμένου κοινωνικού βίου.

Η έννοια του κράτους δικαίου προκύπτει από τη λεκτική σύνθεση δύο λέξεων – εννοιών: του κράτους και του δικαίου. Συνεπώς, το κράτος δικαίου αναφέρεται στη σχέση του κράτους, δηλαδή της κρατικής, αλλά όχι μόνο, εξουσίας, με το δίκαιο. Αντιπροσωπεύει θεμελιώδη αρχή του πολιτικού συστήματος, η οποία θεωρείται εμβληματικής σημασίας για τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό.

Αλλωστε, η ιστορική αφετηρία του κράτους δικαίου βρίσκεται στη γέννηση του σύγχρονου συνταγματισμού και των θεμελιωδών αρχών του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για την ιστορική περίοδο ανόδου της αστικής τάξης, η οποία διεκδικεί δικαιώματα πολιτικής κυριαρχίας από την απόλυτη μοναρχία.

Ο κατάλογος των κατοχυρούμενων και προστατευόμενων στο Σύνταγμα αλλά και την ευρύτερη νομοθεσία ατομικών δικαιωμάτων αποτελεί θεμελιώδη έκφραση του κράτους δικαίου. Τα ατομικά δικαιώματα αντιπροσωπεύουν έναν χώρο ατομικής αυτονομίας, έναντι του οποίου το κράτος αλλά και ο ευρύτερος «ιδιωτικός» και «οικονομικός» χώρος δεσμεύονται και περιορίζονται. Φορέας των ατομικών δικαιωμάτων είναι κατ’ αρχήν ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά.

Το ισχύον Σύνταγμα του 1975, υπό την επιρροή αναμνήσεων σκοτεινών εποχών, αμέσως μετά τον καθορισμό του πολιτεύματος και τη θέσπιση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμελίου του (άρθρο 1), διακηρύσσει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας» (άρθρο 2 παρ. 1), καθιστώντας τη διάταξη αυτή κορωνίδα όχι μόνο των προστατευόμενων ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά του εν συνόλω πολιτικού συστήματος (κράτος δικαίου).

Συναφώς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου («καθένας») να «αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του» και στην παρ. 2 τονίζεται «όλοι όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων». Σημειώνεται ότι οι δύο αυτές διατάξεις (2 παρ. 1 και 5 παρ. 1), μαζί με εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, χαρακτηρίζονται ρητά ως θεμελιώδεις, μη υποκείμενες σε αναθεώρηση (άρθρο 110 παρ. 1).

Επιπροσθέτως, η απαγόρευση κάθε «προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας» συναντάται στο άρθρο 7 (απαγόρευση βασάνων κ.λπ.) και στο άρθρο 106 παρ. 2 που δεν επιτρέπει την άσκηση της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας «σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου καλύπτει όχι μόνο τους Ελληνες πολίτες, αλλά κάθε άνθρωπο (αλλοδαπό, πρόσφυγα, μετανάστη) απέναντι στους φορείς όχι μόνο της πολιτειακής εξουσίας, αλλά και απέναντι στους φορείς άλλων «ασκούμενων εξουσιών» -ιδιωτικών, οικονομικών, εκκλησιαστικών, συνδικαλιστικών κ.λπ. Και, όπως γράφει ο Αριστόβουλος Μάνεσης, «απηχεί την ιστορική ανάγκη για την απελευθέρωση του ανθρώπου, τόσο από την πολιτική όσο και από την κοινωνικοοικονομική καταπίεση που τον “αλλοτριώνουν” και τον “απαξιώνουν”».

Προσφάτως, στη Λέσβο, εκπαιδευτικοί, δηλαδή εξ ορισμού δημόσιοι λειτουργοί ταγμένοι όχι μόνο στη μετάδοση της γνώσης αλλά και στη διαμόρφωση προσωπικοτήτων, πρόσβαλαν βάναυσα την αξία και αξιοπρέπεια συνανθρώπων μας μεταναστών, χαρακτηρίζοντάς τους ως λαθραίους, όχι προφανώς από φιλολογικό ενδιαφέρον αλλά εμφορούμενοι από έντονες ρατσιστικές αντιλήψεις.

Η εξακολουθητική και εκκωφαντική σιωπή του Πανεπιστημίου Αιγαίου μπροστά στην πισώπλατη μαχαιριά στο κράτος δικαίου και μάλιστα από λειτουργούς του με θλίβει βαθύτατα.

* ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου