ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι διαχειριστές της «κοινής γνώμης» μέσω των εγχώριων θεσμών δημοσιότητας έπεσαν κι αυτή τη φορά πάνω σε μία επιφάνεια «πλακόστρωτη» με αρκετά και δυσδιάκριτα ραγίσματα. Ετσι διατράνωσαν τη συγκατάθεσή τους στα Λατινικά και όχι στην Κοινωνιολογία ως «εξεταζόμενο» μάθημα της Γ’ Λυκείου.

Γνωρίζω ότι ορισμένοι έχουν μεταφράσει επάξια λατινικά κείμενα, ενώ άλλοι αρκούνται στην επίκληση ευκολομνημόνευτων λατινικών γλωσσικών «μοτίβων». Αυτός πάντως που εδώ ενίσταται, την άνοιξη του 1976, ένας τυφεκιοφόρος, βοηθός ταμία, σε στρατιωτική μονάδα νησιού του Αιγαίου (και όχι «ξεναγός» αρχαίων κειμένων), είτε στα κενά της ημέρας είτε στο φεγγαρόφωτο της σκοπιάς (συχνά σε γερμανικό νούμερο), αποφάσισε να μεταφέρει στην Ελληνική το λατινικό κείμενο της Nova Atlantis του Francis Bacon.

Με επαρκή λατινική παιδεία, που είχε αποκομίσει τόσο από τη Μέση Εκπαίδευση όσο και ως πτυχιούχος Κλασικού Τμήματος, κρατούσε τις αποστάσεις από τη διαβεβαίωση του Lord of Verulam ότι η Λατινική ήταν «καθολική γλώσσα» που θα «διαρκούσε όσο υπάρχουν βιβλία». Ισως γιατί αρκετά νωρίς διάβασε Gramsci και ξώφαλτσα τον άγγιξαν τα σκάγια του… Καπνουκάγια. Πάντως η επιλογή της μετάφρασης στοιχούσε προς τη σχεδόν έτοιμη διδακτορική του διατριβή για την ιστορική διάσταση των ουτοπικών σχεδιασμάτων του T. Campanella και του Fr. Bacon. (βλ. «Στην αυγή του νέου αιώνα», 2002: 135|136).

Ομως δεν είμαι σίγουρος ότι γνωρίζουν πρωτογενώς και «αζάρωτα» το έργο του Marx (1818-1883) για να αποφαίνονται, με μία και μόνη «μαρτυρία έτους 1841 που αφορά τη Naturphilosophie», ότι «μεγάλο ρόλο» έπαιξε στη «διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης» η «αρχαία φιλοσοφία» (βλ. τις δεκάδες ερωταποκρίσεις στο: «Ο Μarx στον καθρέφτη», 2014: 31-36, 84, 98, 102, 257, 327). Σε ποιους φαίνεται «παρωχημένος» ο Αριστοτέλης αν και προβάλλεται ως το «πιο καθολικό πνεύμα»;

Ακόμη η επίκληση του Γ. Κορδάτου ως «διευθυντή» της γνωστής σειράς «Βιβλιοθήκη Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων και Ποιητών» (1939) επιβάλλεται μάλλον να επανεξετασθεί. Τα κείμενα δηλαδή με τα οποία καθίσταται εφικτή μια τέτοια ανάληψη ευθύνης είναι γνωστά; Για παράδειγμα: «Οι κοινωνιολογικές έρευνες στην Ελλάδα και η αρχαία μας Ιστορία», Νεοελληνικά Γράμματα, 5-8-1939, 8,15. Οταν αναλαμβάνει τη διεύθυνση της σειράς «Αρχαίοι Ελληνες Πεζογράφοι και Ποιηταί» των εκδόσεων «Ι. Ζαχαροπούλου» με την προσδοκία ότι η μελέτη της «κοινωνικής και πολιτικής Ιστορίας» της αρχαίας Ελλάδος –μέσω των μεταφράσεων που θα επιλέγονται με κριτήριο τις ιδέες τους, που «αντικαθρεφτίζουν έναν μεγάλο πολιτισμό»- θα συντελέσει στην αυτοπροστασία του σύγχρονου ελληνισμού από τη «μηχανοποίηση» και τα ιδανικά που προωθούν οι «προχωρημένες χώρες».

Με την αφορμή αυτή ο Κορδάτος αφιερώνεται με ιδιαίτερο ζήλο στη μελέτη του αρχαίου κόσμου (ακόμη και Προλεγόμενα στον Ομηρο θα συγγράψει) και θα επιδιώξει την απογύμνωση του ιδεολογήματος των «Αρχαίων» που ποικιλότροπα καλλιεργούσε το καθεστώς του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού».

Ετσι εισηγείται να ερευνηθεί ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, που διατηρείται αείζωος, με τον «φακόν της ιστορικής εξελίξεως» για να αναχθεί σε «πρότυπο ενεργείας» και σε «δυναμική πηγή» των συγχρόνων Ελλήνων, μολονότι η Ιστορία τους αναπτύσσεται «πάνω στη δική της τροχιά». Η συλλογιστική αυτή ωστόσο, που διαχέεται σε εκτιμήσεις του «μεγάλου φάρου» με εμβέλεια στο «πολυκύμαντο πέλαγος της ανθρώπινης Ιστορίας», δεν στοιχεί προς την αρχική σκόπευση του Κορδάτου (βλ. «Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα», τ. Γ’ 1993, 640, 210).

Ούτε μπορώ να υποθέσω «σοβαρά» ποιοι είναι εκείνοι που «μετέφρασαν» τον P. Bourdieu «για να μπουν στο Δημόσιο» και να «υπογράφουν προοδευτικές διακηρύξεις για το Σκοπιανό ως πανεπιστημιακοί». Μόνο που ο Γάλλος κοινωνιολόγος (30.3.1999) ήταν ο πρώτος που υπογράφει το «Appel d’ intellectuels» για τον τερματισμό των βομβαρδισμών και τη σύγκληση βαλκανικής διάσκεψης με γνώμονα την αρχή των λαών «à l’ autodétermination», καθώς και την «ευρωπαϊκή έκκληση για μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη στα Βαλκάνια» (17.5.1999). Οσο για την αποστροφή του προς τα «χρυσά πόμολα» που υποτίθεται θα του «γυάλιζαν» βλ. «Στην αυγή του νέου αιώνα» (2002:29, 389, 285,98), ιδίως όταν στρέφεται προς τη συνεύρεση των «δυνάμεων αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη πολιτική».

Τέλος, για το πώς επιτελείται η μαθησιακή «έξις» της λατινικής γλώσσας στο Λύκειο δεν αντιλαμβάνομαι τίποτε να σημειώνεται για το οικείο εγχειρίδιο και την ενισχυμένη «παπαγαλία», επίσης στους κόλπους της «παραπαιδείας» που παραμένει ανθηρή. Συνολικά, για το «αναστοχάζεσθαι» («être réflexif») δεν παρατηρείται κάποια προσπάθεια να «επινοήσουμε» μια «νέα μορφή οργάνωσης του έργου της αμφισβήτησης»… Ακόμη και με την ξεκάρφωτη μνεία του Engels («το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό», «είναι ποιοτικό»). Γιατί στη «Διαλεκτική της Φύσης» (1873 – 1883 · MEW, τ. 20,504) αυτός διαπίστωνε: είναι ανέφικτο να μεταβάλλουμε την «ποιότητα» ενός σώματος χωρίς «πρόσθεση ή αφαίρεση ύλης ή κίνησης». Δηλαδή, χωρίς «ποσοτική αλλαγή». Τούτο αφορά και τις ανεξέλεγκτες «κοινοτοπίες» που πάνε να καταντήσουν «νοητικές δομές», όπως τις μελετά «une histoire sociale du présent» (βλ. «Πώς η Ιστορία γίνεται παρελθόν», 2009, 98) ή όπως τις μελετούν και στα «σουβλατζίδικα» ή στους καφενέδες της πρωτεύουσας…

* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων