ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατέβηκα στον δρόμο το πρωί και το περίπτερο ήταν κλειστό. Θεόκλειστο. Με τα σιδερένια ρολά κατεβασμένα. Παράξενα πράγματα. Ο περιπτεράς δεν λείπει ποτέ, ειδικά καθημερινή. Κι όταν είναι να λείψει, μας έχει ενημερώσει σχετικά. Βλέπω τον βοηθό περιπτερά να είναι λίγο πιο κει και να συζητά σοβαρά με γείτονες. Τι τρέχει βρε παιδιά;

Πού είναι ο Ζ.; «Πέθανε ο πατέρας του ξαφνικά, δεν είχε τίποτα ο άνθρωπος», μου λένε. Κόπηκαν τα πόδια μου. Οχι γιατί τον ήξερα, ποτέ μου δεν τον είχα δει. Αλλά να, συχνά-πυκνά τον ανέφερε ο Ζ. Ο πατέρας μου είπε αυτό, ο πατέρας μου είπε εκείνο. Κι εγώ φανταζόμουν έναν γέρο σοφό στον Αγιο Ανδρέα, στα βουνά της Ηπείρου, να κοιτά τα τρεχούμενα νερά κάτω από καταπράσινα πλατάνια και τον αετό ψηλά στον ουρανό και να σκέφτεται για πού έτρεξαν και για πού πέταξαν τα παιδιά του που έφυγαν και ήρθαν στην Αθήνα.

Κι ύστερα να περιμένει λίγες μέρες το Πάσχα για να τα ξαναδεί και λίγο περισσότερες μέρες το καλοκαίρι για να τα χαρεί. Σίγουρα δεν θα ήξερε πως ο γιος του, σε ένα μικρό περίπτερο 2×2, ανοίγει κάθε τρεις και λίγο το μικρό παραθυράκι τους χειμώνες και -παρ’ όλο που ο κεντρικός δρόμος δεν προσφέρει καμία θέα- μας δίνει κάθε μέρα μια εικόνα μέσα από τα λόγια των δικών του, μέσα από την ντόμπρα και ιδιαίτερη λαλιά των Βορειοηπειρωτών.

Και σίγουρα δεν θα ήξερε πως, μόλις μπαίνει η άνοιξη, το περίπτερο είναι ένας μικρός ναός που μαζεύονται απ’ έξω οι πατριώτες του και ο φιλόξενος γιος του κερνάει παγωτά, αναψυκτικά, καμιά φορά και τσιπουράκια κι ύστερα βάζουνε ηπειρώτικα τραγούδια στο κινητό και το ευχαριστιούνται. Μια μικρή Ηπειρος στα λίγα τετραγωνικά του πεζοδρομίου ζωντανεύει κάθε τόσο και η αλήθεια είναι πως ζωντανεύουμε κι εμείς μαζί της. Μια παράδοση δυνατή που δεν θέλει να αλλάξει ούτε να ξεχάσει.

Ενα μεσημέρι πέρναγα και στάθηκα λίγο πιο πέρα να ακούσω αυτό που άκουγαν κι εκείνοι: «Ωρέ βγήκα ψηλά, γιε μου, και πλάγιασα, αχ σε πέτρα, γιε μου, σε λιθάρι. Ωρέ και εκεί ήταν μνήμα, γιε μου, κλέφτικο, αχ θαμμένο παλικάρι. Ωρέ και ακούω το μνήμα, γιε μου, να, μωρέ να βογκά, αχ βαριά, ν’ αναστενάζει. Ωρε πάρε, αδερφέ μου, το κορμάκι μου, αχ και θαψ’ το στο, μωρέ, στο χωριό μας». Το σκέφτομαι και το ξανασκέφτομαι τώρα. Αυτοί που φεύγουν από ματωμένες πατρίδες, δεν το ξεχνούν το χώμα τους. Το έχουν μάνα, το έχουν και πατέρα.