Τον Αύγουστο, συνήθως, περνάς ώρες με ανθρώπους που δεν συναντάς τακτικά τον υπόλοιπο χρόνο. Σε εκείνα τα μεγάλα τραπέζια σε αυλές, με τους συγγενείς, στον τόπο καταγωγής σου ή σε εκείνες τις αποκαλυπτικές βραδιές με τους ενοίκους των διπλανών τροχόσπιτων που μόλις γνώρισες. Οι φίλοι, οι συνάδελφοι, ακόμα και οι σύντροφοι περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Το ίδιο και οι απόψεις τους, σε μεγάλο βαθμό άλλωστε ταυτόσημες με τις δικές μας, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση μιας προσωπικής σχέσης στις εποχές της έντονης και, μάλιστα, προσωποποιημένης αντιπαράθεσης για την παραγωγικότητα της εργασίας μας, για τη χρήση του δημόσιου χώρου, για την αποτελεσματικότητα των πολιτικών των μνημονίων, για τα πάντα. Τον Αύγουστο, η προσοχή μας πέφτει στις απόψεις των άλλων, αυτών που έχουμε ασυνείδητα αποκλείσει από τον στενό κύκλο μας όλο τον υπόλοιπο χρόνο.
Στις δικές μου αντίστοιχες φετινές «παρέες του Αυγούστου», άκουσα ανθρώπους να δηλώνουν ότι «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» και να αναπαράγουν ανέκδοτα για την οξυδέρκεια του Κυριάκου Μητσοτάκη και ανθρώπους να καταριούνται τον Αλέξη Τσίπρα και να προσομοιάζουν την Ελλάδα της τελευταίας τριετίας με το πολύκροτο κράτος της Λατινικής Αμερικής, την ύπαρξη του οποίου αίφνης έμαθε και ο τελευταίος Ελληνας, από το 2015 και μετά. Οι αντι-δεξιοί και οι αντι-ΣΥΡΙΖΑ, ευτυχώς όχι φίλοι. Συνομιλητές ωστόσο. Ανθρωποι πλημμυρισμένοι από συναίσθημα, που περιμένουν εναγωνίως να ανοίξουν οι κάλπες, για εκφράσουν την απέχθειά τους.
Δυσκολεύονται να δικαιολογήσουν την επιλογή τους στη βάση μιας ιδέας, μιας νοοτροπίας ή μιας πολιτικής πρότασης και, αντ’ αυτού, επαναλαμβάνουν μονότονα είτε ότι «ο Μητσοτάκης ή/και ο Γεωργιάδης δεν πρέπει να έρθουν στην εξουσία» είτε ότι «οι αλήτες πρέπει να φύγουν». Και, όταν τους το λες, τότε γίνεσαι αμέσως ένας από τους εχθρούς: τους (ακρο)δεξιούς ή τους Συριζαίους.
Ηταν στα μέσα Αυγούστου, όταν το κείμενο της δημοσιογράφου για τους δικούς της φίλους έφτασε στις παρέες των διακοπών. Οι αντιδράσεις των θιγόμενων υπήρξαν ακαριαίες. Στην καλύτερη εκδοχή μέλους μιας τέτοιας παρέας, άκουσα ότι «η δημοσιογράφος είχε δίκιο, όμως το σημαντικό είναι ότι οι αλήτες πρέπει να τσακιστούν να φύγουν αύριο κιόλας, γιατί δεν αντέχω ούτε την παρουσία τους».
Ο θυμός θολώνει την κρίση ακόμα και των καθαρών και ικανών μυαλών, ας το παραδεχτούμε και ας μην κυνηγούμε μάγισσες. Επίσης, η επίδρασή του στις επιλογές μας δεν είναι πρωτόγνωρη. Αλλωστε, ο θυμός ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα και στις εκλογές του Μαΐου του 2012 ή και του δημοψηφίσματος του 2015. Θα είναι πιθανότατα η βασική ερμηνεία του αποτελέσματος των επικείμενων βουλευτικών εκλογών. Αυτό δεν είναι ούτε κακό ούτε καλό, αλλά είναι αυτό που είναι. Μας ξαφνιάζει, αν εμείς αισθανόμαστε ότι είμαστε διαφορετικοί, αλλά σίγουρα οι περισσότεροι πολίτες σήμερα αισθάνονται περισσότερο «εχθροί» παρά «φίλοι» με κάποιον.
Αν κάπου έσφαλλε το επίμαχο άρθρο, αυτό είναι ίσως στο γεγονός ότι έλειπε η αναφορά στους εξίσου φανατισμένους αντι-δεξιούς φίλους μας, αν και αυτοί υπήρχαν πάντα και γι’ αυτό ίσως δικαίως δεν αποτελούν αντικείμενο του τρέχοντος σχολιασμού. Επιπλέον, οι αντι-δεξιοί είναι αριθμητικά λιγότεροι από τους αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Δύο στους τρεις ψηφοφόρους δηλώνουν μηδενική πιθανότητα να στηρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές, ενώ την ίδια στιγμή μόνο ένας στους δύο ψηφοφόρους δίνουν μηδενική πιθανότητα για τη Ν.Δ.
Η δημιουργία ενός αρνητικού για την οποιαδήποτε κυβέρνηση ρεύματος είναι φυσιολογική και η αυτόματη προσχώρηση στο στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε ένα δικομματικό σύστημα, είναι εξίσου φυσιολογική. Ομως στις παρέες του Αυγούστου δεν άκουσα αρνητικές αξιολογήσεις, συγκρίσεις και συλλογισμούς για το «τι θα γινόταν αν». Αισθάνθηκα την ετοιμότητα των ανθρώπων να μισήσουν, να ευτελίσουν και να απαξιώσουν όχι μόνο τους πολιτικούς αντιπάλους τους, αλλά και όσους δεν συμφωνούν με τον τρόπο που ασκούν την κριτική τους. Ευτυχώς, ο Αύγουστος τελείωσε και γυρίζω πίσω στους φίλους μου.
* Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επιστημονικός διευθυντής της Prorata
