Η μεγαλύτερη εταιρεία αυτοκινήτων και φορτηγών σε όλο τον κόσμο, η Τζένεραλ Μότορς (GM), η καρδιά της αμερικανικής οικονομίας, ήδη μέσα στη δεκαετία του ’70 προσανατολίστηκε στην κερδοσκοπία, με τις οικονομικές της υπηρεσίες να στοιχηματίζουν στο παγκόσμιο οικονομικό καζίνο και να κερδίζουν πολύ περισσότερα χρήματα από το να πουλάνε αυτοκίνητα και φορτηγά.
Αυτή η ευχάριστη κατάσταση για την GM κράτησε μέχρι τον Μάρτιο του 2007, όταν έσκασε η φούσκα της κτηματαγοράς και η Τζένεραλ Μότορς κρατικοποιήθηκε, καθώς οι μεγάλες τράπεζες της Γουόλ Στριτ σώθηκαν με τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Φεντ (που είναι ιδιωτική τράπεζα, απλά το όνομα στήθηκε για να παραπλανά).
Ηδη από τα πρώτα χρόνια του 1970 η οικονομία των ΗΠΑ είχε μετατραπεί σε πηγή χρηματοπιστωτικών εσόδων, μετατρέποντας τις ΗΠΑ από μια χώρα που παράγει βιομηχανικά αγαθά σε μια χώρα που μοναδικός στόχος της όποιας επένδυσης ήταν να παράγει χρήμα από χρήμα διά της αποκαλούμενης χρηματιστικοποίησης μέσω των νέων και τελικά προβληματικών τραπεζικών προϊόντων (των ασφαλιστήριων κινδύνου χρεοκοπίας -CDS- και λοιπών).
Ενας από τους βασικούς λόγους της οικονομικής αστάθειας ήταν ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε προκαλέσει πολύ σημαντική οικονομική αιμορραγία στις ΗΠΑ και δεν θα μπορούσε να κρατηθεί η ισοτιμία 35 δολάρια ΗΠΑ = 1 ουγκιά χρυσού, καθώς τα αποθέματα των ΗΠΑ σε χρυσό είχαν φτάσει σε επικίνδυνα χαμηλό σημείο.
Αυτό οδήγησε, στις 15 Αυγούστου 1971, στη μονομερή αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό από τον πρόεδρο Νίξον και αποτελούσε μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου σχεδίου διασφάλισης της ηγεμονίας των ΗΠΑ.
Στο μεγαλύτερο αυτό σχέδιο είχε συμβάλει ο Τζον Ροκφέλερ ΙΙΙ με το βιβλίο του «Η Δεύτερη Αμερικανική Επανάσταση» που προωθούσε ένα καθεστώς απορρύθμισης, ιδιωτικοποιήσεων των κρατικών επιχειρήσεων παροχής ενέργειας, υδάτων και λεωφόρων.
Σε αυτό συνέβαλαν ο οικονομολόγος Φρίντμαν, με συμμάχους τη Γουόλ Στριτ και το οικονομικό κατεστημένο γύρω από τον Τζον Ροκφέλερ, διαμορφώνοντας το δόγμα της «ελεύθερης αγοράς», συμβουλεύοντας τις κυβερνήσεις Θάτσερ στην Αγγλία και Ρέιγκαν στις ΗΠΑ, και διευκολυνόμενοι από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο που ξεκίνησαν τη συζήτηση για την επιβολή θεραπείας-σοκ στη Λατινική Αμερική και στις πρώην κομμουνιστικές οικονομίες της Σοβιετικής Ενωσης και της Ανατολικής Ευρώπης.
Το μεγαλύτερο αυτό σχέδιο είναι και η βασική αφορμή της δημιουργίας του παγκόσμιου οικονομικού χρέους, το οποίο ξεπερνά τα 200 τρισεκατομμύρια δολάρια, που υπάρχει κυρίως σε δολάρια στις κεντρικές τράπεζες της Κίνας, της Ιαπωνίας και των χωρών της Ε.Ε. Η πρακτική αυτή συνεχίζεται και τώρα, ξεκινώντας από τον Αύγουστο του 1971. Η Γουόλ Στριτ χρησιμοποίησε την κυρίαρχη θέση της ώστε να επιβάλει πληθωριστικά δολάρια στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, δημιουργώντας οικονομικές φούσκες και εντελώς απίθανα παγκόσμια χρέη.
Ο σημερινός πόλεμος με τους δασμούς αποτελεί απόσπαση χρημάτων δι’ εκβιασμού και αποσταθεροποίησης (βλέπε Ιράν, Βενεζουέλα), ούτως ώστε το δολάριο να συνεχίσει να αποτελεί το παγκόσμιο νόμισμα, αν γίνεται, στον αιώνα τον άπαντα. Υπενθυμίζω ότι τα (χαρτο)νομίσματα συνδέονται με κάτι που έχει αξία, διαφορετικά δεν έχουν και νόημα (και ούτε και αξία).
Σήμερα έχουμε συνηθίσει σε χαρτονομίσματα που οι οικονομολόγοι λένε «χρήμα φίατ», δηλαδή που είναι νόμιμα μέσω εξουσιοδότησης της (εκάστοτε) κυβέρνησης. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε στον πυρήνα του επιτελεστικού λόγου «λέω πως κάτι υπάρχει και αυτό υπάρχει επειδή το λέω ότι υπάρχει», δηλαδή στον προθάλαμο της σχιζοφρένειας.
Η αποσύνδεση του δολάριου από την ισοδυναμία του σε χρυσό (δηλαδή από την όποια συσχέτιση με κάποια αξία) δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να τυπώνει δολάρια κατά βούληση. Και η σημερινή ισχύς του εδράζεται στο ότι συνεχίζει να γίνεται αποδεκτό σαν τρόπος πληρωμής -άσχετα αν δεν εκπροσωπεί πλέον καμία αξία (παρά μόνο την αξία του χαρτιού και του μελανιού, δηλαδή μηδέν). Και τα προβλήματα αρχίζουν μόνο όταν πάψει να γίνεται δεκτό ως τρόπος πληρωμής.
Το 1970 η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ (μέσω του υπουργού Οικονομικών Ντέιβιντ Κένεντι) απειλούσε ότι εάν οι εμπορικοί εταίροι τους δεν επέτρεπαν στις ΗΠΑ να αυξήσει τις εξαγωγές της στις χώρες τους, το Κογκρέσο θα θέσπιζε νόμους που θα περιόριζαν τις εισαγωγές στις ΗΠΑ. Αυτό που δεν ειπώθηκε βέβαια είναι ότι οι εξαγωγές από τις ΗΠΑ δεν ήταν ανταγωνιστικές σε σχέση με τα γιαπωνέζικα και ευρωπαϊκά προϊόντα.
Η Ουάσινγκτον ζήτησε από τις χώρες τις Ε.Ε. (ΕΟΚ τότε) και κυρίως από τη Γερμανία να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους, ώστε να κάνουν τις εξαγωγές τους μη ανταγωνιστικές. Το ίδιο ζήτησαν από την Ιαπωνία, μια ανατίμηση του νομίσματος κατά 20% ή αλλιώς να επιβληθούν δασμοί σε ορισμένες κατηγορίες γιαπωνέζικων εξαγωγών στις ΗΠΑ.
Υπάρχει σε όλα αυτά ένα βασικό και «δομικό» πρόβλημα: ότι το 2018 δεν έχει σχέση με το 1971. Τίποτα άλλο…
