«Aργούμε ακόμη, παππού;». «Οχι, παιδί μου, σε λίγο φτάνουμε».
Χαμογελάω ακούγοντάς τους καθώς βαδίζω προσεκτικά στο κακοτράχαλο χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί, μέσα από το δάσος, στο ασκηταριό της Σφυρίδας. Είναι τα εννιάμερα της Παναγίας και τέτοια μέρα, 23 του Αυγούστου, μετά τη λειτουργία που γίνεται στο εκκλησάκι που είναι λαξεμένο στον τεράστιο βράχο, στήνεται τσιμπούσι.
Αρτο και δίπλες προσφέρει το μοναστήρι που είναι αφιερωμένο στην κοίμηση της Παναγίας κι αν είναι νηστεία όπως σήμερα, ντομάτες, ελιές και ψωμί ζυμωτό. Αλλιώς, τα ξύλινα φτιαγμένα από κορμούς δέντρων τραπέζια, που στέκονται δίπλα στην πηγή με το τρεχούμενο νερό, γεμίζουν με γιούρμπαστι και κρασί που φέρνουν οι παρέες.
Πού και πού, σηκώνω το βλέμμα μου κι αγναντεύω. Ο ορίζοντας διακόπτεται μονάχα από τις κορυφές των ελάτων που έχουν εδώ την πολιτεία τους.
Οι ψαλμωδίες φτάνουν στα αυτιά μας μαζί με την πολυλογία των πουλιών και τον ήχο από τα τροκάνια των κατσικιών, που φέρνει ο άνεμος από την αντίκρυ βουνοκορφή.
«Παππού, έχει πολύ ακόμη;»
«Για σκέψου ότι η μάνα μου ξεκίναγε για εδώ, τρεις το πρωί, με το μουλάρι, για να έρθει στα περιβόλια!»
«Είχαν εδώ περιβόλια;» ρώτησε με έκπληξη μια γυναικεία φωνή.
«Ε, είχαν αλλά ερχόντουσαν νύχτα και για λαθραία ξυλεία» μολόγησε ο παππούς.
«Κάπως έπρεπε να ζήσουν οι άνθρωποι, ήτανε δύσκολες εποχές τότενες», συγχώρεσε η γυναίκα.
«Κώστα, πώς ήταν παλιά, όταν δεν υπήρχε δρόμος; Θυμάσαι;» ρώτησα τον συνοδοιπόρο μου.
«Α! Ξεκινάγαμε με το χάραμα, με τα πόδια ή με μουλάρια. Φοβόμασταν, γιατί τα δένανε όλα μαζί, διακόσια μουλάρια φαντάσου, το ένα πίσω από τ’ άλλο. Ενα να “’φευγε” στο μονοπάτι, όλοι θα πηγαίναμε κάτω. Και μη νομίζεις ότι ξέραμε τον δρόμο, αυτά μας οδηγούσαν. Και οι καλόγριες, κιλίμια, φλοκάτες, φαγητά, λειτουργιές, όλα τα φόρτωναν πάνω στα μουλάρια. Κι απάνω στο σαμάρι ο παπα-Κοσμάς.
»Και μια φορά, τι επάθαμε! Οπως παίζαμε πάνω στη σέλα, γιατί, πάνω στη Σίβα -έτσι έλεγα το μουλάρι μας- ήμασταν κάνα δυο-τρία παιδιά, γλίστρησα κι έπεσα μπροστά στα πόδια της. Κι όμως, το ζωντανό, με φύλαξε, δεν με χτύπησε…! Μ’ εκείνο όμως που τρελαινόμουν, ήτανε που πετάγονταν φάσσες στον δρόμο μας, που η φάσσα είναι αποδημητικό πουλί! Λίγο τα νερά που ήταν πλούσια εδώ και η τροφή άφθονη, κάποιες μένανε πίσω.
»Αλλά όταν φτάναμε στην κορφή, άλλο τίποτα δεν με ενδιέφερε, μόνο να ακούσω τον παπα-Κοσμά και τη Μαγδαληνή να ψέλνουν…
»Τότε όμως γινότανε κανονικό πανηγύρι, είχε κλαρίνα, Ζες λεγότανε ο κλαριντζής, είχε και παζάρι. Ητανε ο Χαρίλης από τη Βυτίνα, είχε παστέλια και παιχνίδια, ήτανε κι άλλοι. Οπως της Αγια-Τριάδος. Και τότε έρχονταν από τη Λάστα, τα Μαγούλιανα. Με τα πόδια, δρόμο δρόμο, από το Κάστρο».
