«Όταν μία πόρτα κλείνει, μία άλλη ανοίγει, αλλά συχνά κοιτάμε την κλειστή πόρτα δυστυχώς τόσο πολύ, ώστε να μην βλέπουμε τις πόρτες που έχουν ανοίξει για εμάς» (Γκράχαμ Μπελ)
Αυτές τις ημέρες που έκανα χρήση μίας δεκαπενθήμερης αποστασιοποίησης από τη συγγραφή κειμένων, βλέπαμε όλοι με μεγάλη ευχαρίστηση το γεγονός πως ο ελληνικός αθλητισμός βίωσε μία σειρά συνεχόμενων αγωνιστικών επιτυχιών. Τα μετάλλια έρχονταν το ένα μετά το άλλο σε διάφορα αγωνίσματα του στίβου, στην κολύμβηση, στην ενόργανη γυμναστική. Ακόμα και στο τένις είδαμε Έλληνα αθλητή να αποκλείει σημαντικότατα ονόματα του παγκόσμιου στερεώματος, να φτάνει στον τελικό μεγάλου τουρνουά, και να σκαρφαλώνει εν τέλει στο νούμερο 15 της παγκόσμιας κατάταξης.
Είναι ευνόητο να γεμίσουν ύστερα τα εγχώρια (αλλά και τα ξένα) ΜΜΕ με φωτογραφίες και αφιερώματα στους μεγάλους αυτούς πρωταγωνιστές των ημερών, να διεξάγονται συζητήσεις μεταξύ μας, αλλά και να συγκεντρώνονται εγκωμιαστικά σχόλια από ξένους παρατηρητές. Aυτά όλα είναι αναμενόμενα και λειτουργούν ως τα απότοκα των μαζεμένων πραγματικά σημαντικών αθλητικών επιτευγμάτων. Το ζητούμενο, όμως, παραμένει τι είδους αξία χρήσης είμαστε σε θέση να δώσουμε σε τέτοιες εξελίξεις.
Λέμε πολλές φορές πως οι επιτυχίες των αθλητών αποτελούν παράδειγμα για την κοινωνία, πως μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές για μία καλύτερη μέρα και σε άλλους κοινωνικούς τομείς. Μα, αλήθεια, μπορεί ένα μετάλλιο σε μία πισίνα, για παράδειγμα, να λειτουργήσει προς όφελος μίας κοινωνίας; Μήπως υπερβάλλουμε κάπως; Μήπως προσπαθούμε να μεγαλοποιήσουμε κάτι, δίνοντάς του διαστάσεις που στην ουσία δεν υπάρχουν; Μήπως κινούμαστε με περισσή ευκολία στις λεωφόρους του τετριμμένου, γιατί πολύ απλά δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά όταν τα ίδια τα πράγματα μας οδηγούν προς τα εκεί; Μήπως συγχέουμε και ανακατεύουμε ετερόκλητα πράγματα για να δείξουμε πως έχουμε βάθος στις αναζητήσεις μας;
Σημασία έχει να μπορέσουμε να εστιάσουμε σε χαρακτηριστικά που είναι σε θέση στην πράξη να ωθήσουν πολλούς ανθρώπους να επιδιώξουν να κάνουν καλά αυτό με το οποίο θα καταπιαστούν. Να προσπαθείς με πρόγραμμα. Να βάζεις στόχους. Να πηγαίνεις κόντρα στις όποιες δυσκολίες. Να επιδιώκεις τη διάκριση ανάμεσα σε υψηλό ανταγωνισμό. Να μη διστάζεις να παλεύεις με τους κορυφαίους. Να αξιοποιείς τη βοήθεια και τις συμβουλές ικανών ανθρώπων. Να αποβάλλεις από μέσα σου νοοτροπίες που σε αφήνουν πίσω. Να μην αφήνεις τα κακώς κείμενα να σε επηρεάζουν ανασχετικά. Να θέλεις να βλέπεις τους άλλους ως αφορμές για να γίνεις καλύτερος και όχι ως πεδία άσκησης εσώτερων απωθημένων. Να μάθεις να χάνεις. Να κατανοήσεις γιατί χάνεις, όταν χάνεις, γιατί μόνο έτσι θα αρχίσεις να νικάς τις περισσότερες φορές. Να μάθεις να χειρίζεσαι με μεγαλοσύνη τις νίκες σου. Να παραδέχεσαι την επιτυχία του άλλου, όταν είναι δίκαιη και προϊόν αναμφισβήτητης ανωτερότητας. Να μην στέκεσαι παραπάνω από όσο αρμόζει όταν η ήττα σου είναι άδικη ή αποτέλεσμα ατυχίας…
Στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα που τα συλλογικά οράματα (εκ)λείπουν, που η συλλογική συνείδηση πάσχει από διάφορες «ασθένειες», που ο ατομικισμός βασιλεύει βολεύοντας και εξασφαλίζοντας ουκ ολίγους που δεν αξίζουν, είναι η ώρα να βρούμε τις κατάλληλες λύσεις για το μέλλον. Nα προωθήσουμε την ατομικότητα που θεωρεί το ατομικό τμήμα του συλλογικού, δίχως να το υποτάσσει και δίχως να υπερθεματίζει εις βάρος του. Ας ποντάρουμε στα άτομα που θα μπορέσουν να βγάλουν τα κάρα από τους βάλτους.
Το νέο συλλογικό θα προκύψει μέσα από τη συνεργασία των ατομικοτήτων που συνειδητά συμπράττουν και επιδιώκουν την παραγωγή έργου. Από τους ανθρώπους που συμφωνούν (για να συμφωνούν), είναι προτιμότεροι οι άνθρωποι που συνεργάζονται.
Στη ραθυμία, στο μέτριο, στο δίχως φιλοδοξίες, στο σαπισμένο, στο δίχως προοπτική, δεν υφίσταται καμία έννοια συλλογικότητας (παρά στοιχειοθετείται εμπράκτως η έννοια της μάζας). Αυτή μπορεί να προέλθει στις μέρες μας όταν κάποιοι δείξουν το δρόμο, ακολουθήσουν πολλοί, έτσι ώστε να πρέπει μετά να γίνει διαχείριση και ταξινόμηση ενεργητικού με όρους κοινωνικούς. Ο ελληνικός αθλητισμός δεν διάγει μία «σύντομη άνοιξη» γιατί μπήκε μπρος εδώ και καποια χρόνια κάποια κοινωνική μεθοδολογία, ένα κρατικό σχέδιο -φερ΄ειπείν- για την αναβάθμιση του αθλητισμού. Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, κάθε τι που αφορούσε στους πολλούς στον αθλητισμό παραμερίστηκε, εγκαταλείφθηκε, σάπισε, έσβησε. Και έμεινε μονάχα το μειοψηφικό, και τα όποια πείσματά του, για να επιχειρεί για υπερβάσεις (που παλιότερα ήταν κάτι το συνηθέστερο…).
Ο ελληνικός αθλητισμός πετυχαίνει στο σήμερα ξανά αρκετά πράγματα, γιατί υπάρχουν τεράστιες ατομικές δυνατότητες σε σημαντικό αριθμό ανθρώπων. Που όταν βρουν τις πρόσφορες συνθήκες, ξεδιπλώνουν τις αρετές τους και πετυχαίνουν. Αυτό, λοιπόν, η ατομική προσπάθεια για τη βελτίωση, για την επιτυχία, για την εδραίωση, για την καταξίωση, είναι ο καταλύτης που θα παραδειγματίσει τους πολλούς για να προσπαθήσουν περισσότεροι για κάτι καλύτερο. Ατομική προσπάθεια που δεν εξαντλείται σε ένα στείρο παρτακισμό, αλλά αφιερώνεται στους πολλούς και θέλει να τους παρακινήσει να ακολουθήσουν…
