Σήμερα ποιο θα ήταν το νόημα του νόστου και της αρνητικότητας στον κόσμο που μας συνέχει; Είναι αυτονόητο ότι η κοινότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως tertium comparationis, δηλαδή για να συσχετισθεί αυτό που «είναι» μ’ αυτό που «χάθηκε» ή που θα έπρεπε να «ανακτηθεί». Συνηθίζουμε αυτό το θέμα να το προσδιορίζουμε με την αυταρέσκεια των «αστείων», δηλαδή των κατοίκων των άστεων, και να θρηνούμε την ύπαιθρο που φαίνεται να χάνει τον παρθενικό της υμέναιο στους κόλπους μιας «φυσικής» κοινότητας αναγκών. Τα πράγματα ίσως είναι απλούστερα.
Οπως έλεγε ο ποιητής ως «μη καπνιστής σε χώρα καπνιζόντων»: «Ηρθαμε από την αγωνία για να δοξάσουμε τις εφήμερες καρέκλες των καφενείων, των ζαχαροπλαστείων, των μπαρ, των παραδόσεων στα αμφιθέατρα να αντισταθούμε στ’ ανώνυμα κρεβάτια της ύπνωσης».
Ρώτησα με τα λόγια του συντοπίτη μας λογοτέχνη Δημήτρη/Τάκη: «Πού να γυρίσουμε;». Κι αυτός, σιγοπερπατώντας οι τρεις μας στην παραλίμνια περιοχή, ήταν από καιρό έτοιμος: «Ούτε κλειστές κοινότητες βλαχοποιημένων μπορούμε να ονειρευτούμε και ούτε αποκτούμε εθνική ταυτότητα αν οι κοπέλες μας γυρίζουν στον δρόμο με αραχοβίτικα ή μετσοβίτικα ταγάρια».
Πώς θα πρόβαλλε μπροστά μας η Πανδώρα; Δηλαδή, η πρωτόπλαστη Εύα της ελληνικής μυθολογίας που έπλασε ο Δίας, με τα χέρια του Ηφαίστου από άργιλο, όταν οργίσθηκε γιατί ο Προμηθέας δώρισε κρυφά στους ανθρώπους τη φωτιά και θέλησε έτσι να τιμωρήσει τους κλεπταποδόχους θνητούς.
Και ενώ η καθεμιά από τις θεές στόλισε την Πανδώρα με τα δώρα της, ο Δίας τής προσέφερε τον μυστηριώδη πίθο. Κι αφού δεν συγκατένευσε ο Προμηθέας να την παντρευτεί, υποπτευόμενος παγίδα, ο νυμφαγωγός Ερμής την εμπιστεύεται στον Επιμηθέα, που δεν απέτρεψε το άνοιγμα του ολέθριου πίθου, από το οποίο ξεχύθηκαν στον κόσμο των θνητών θεομηνίες, αρρώστιες και πόνοι.
Ο,τι δεν πρόλαβε ν’ αποδεσμευθεί από το πιθάρι ήταν μόνο η Ελπίδα, που έκτοτε συνοδεύει τον άνθρωπο, όταν πια εγκαινιάζεται ο «σιδηρούς αιών» της ανθρωπότητας, κατά την παράδοση του μύθου από τα Εργα και ημέρες και την οικεία αγγειογραφική προσαρμογή.
Στο κέντρο, λοιπόν, της θεοδικίας βρίσκεται η Ελπίδα ως ανθρωπολογική-οντολογική συνιστώσα των θνητών, αυτή δηλαδή που ανανοηματοδοτεί το σύνολο των αγαθών και των επιδιώξεών τους.
Πώς θα δρούσε ο αρχαίος «από μηχανής θεός»; Αυτός που προστατεύει τους «διονυσιαστές»; Η επικράτειά του βρίσκεται «όπου βασιλεύει η ομορφιά», με γυναικείο στόλο (οι Μαινάδες που διακατέχονται από την «ιερή μανία») που διαθέτει δικό του γλωσσικό όργανο και με καθημερινή πρακτική τη μέθη. Ετσι στην «καρδιά του μεθυσιού» κρύβεται ο «χορός, το τραγούδι, η μουσική, η ποίηση και οι μυρωδιές του έρωτα».
Στην κατακλείδα της συνεπαφής με την Αριάδνη, ο Διόνυσος της αφαιρεί όλα της τα υπάρχοντα, ακόμη και τον θάνατο, για να την καταστήσει σύντροφο των Μαινάδων.
Οσο για το πλαίσιο των σχέσεών της με τον Θησέα, προγραμματικά επιδιώκεται να κινηθεί στο περίγραμμα των συζεύξεων φιλοδοξίας και πολιτικής, έρωτα και λύπης, «πάθους» και «κυνισμού».
Δεν μπορώ εδώ να αφήσω ασχολίαστη τη διαβεβαίωση του αρχαίου ιστορικού, ότι ο δρόμος προς την εκκοσμίκευση της πολιτικής θεολογίας της αθηναϊκής κοινωνίας πέρασε από το ένα «βουλευτήριον» και «πρυτανείον» που εγκαθίδρυσε ο Θησέας, όταν ξεπερνώντας τις αντιθέσεις των «φυλών» «ξυνώκισε πάντας και ηνάγκασε μια πόλει […] χρήσθαι».
Ούτε πάλι να παραβλέψω την επιρροή που ασκεί ακόμη -σε Ελληνες και ιδίως σε ξένους- ο Ζορμπάς, με τον απόγονο του Διονύσου να αναλώνεται χορευτικά στον γιαλό.
Και όμως ο αρχαίος θεός, που σταδιοδρόμησε στην ευρύτερη λεκάνη της Μεσογείου, όταν εγκαταστάθηκε στο αρχαίο ελληνικό άστυ παρέμεινε ενεργός στη φαντασιακή κοινότητα των καταπιεσμένων. Δηλαδή των γυναικών και των δούλων.
Οπως έγραφε ένας πρόωρα χαμένος δάσκαλός μας, «μαινόμενος» θεός δίδασκε την «απόδρασιν εκ των συνθηκών της ζωής διά του χορού και της μέθης εις τους υφιστάμενους την ωμότητα των κυριάρχων».
Τι οδηγίες θα έδιδε ένας γιατρός των ημερών μας (Βασ. Χρ. Γολεμάτης, Οίνος και Καρδία μέσα από τη ματιά ενός Βοιωτού γιατρού, Αθήνα 2017) για το κρασί;
Εχοντας πλήρη επίγνωση ότι οι «διονυσιακές γιορτές» των Αθηνών επέφεραν «χαλάρωση των ηθών», με αποτέλεσμα τη «δυνατότητα συμμετοχής των γυναικών ακόμη και των δούλων» και επομένως η «κοινωνική βάση των συμποσίων» να συνεπάγεται «συντροφιά ίσων εταίρων». Και τούτο γιατί ο Διόνυσος, ως «δημοκράτης Θεός της αρχαιότητας», μπορεί να «ανακατανέμει δίκαια τα αγαθά στους ανθρώπους».
Μ’ αυτές τις ιστορικές αναφορές, αν το κρασί καταναλώνεται «με μέτρο» μπορεί στον καθένα μας να «βελτιώνει τη σωματική και ψυχική υγεία» και να αυξάνει τη «μακροβιότητα», περιορίζοντας τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια.
Μια ακόμη ιατρικής καταγωγής «ισότητα» ευκαιριών επιβίωσης…
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
