Η διαρκής εξέλιξη της γλώσσας αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό ενός κορυφαίου ζωντανού οργανισμού που μιλιέται από βιολογικά ενεργές υπάρξεις.
Επηρεαζόμενη κάθε φορά από ποικίλα κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά και ευρύτερα πολιτισμικά δεδομένα, η γλωσσική κοινότητα απογειώνει ή συρρικνώνει, μέσα από τις τρέχουσες χρήσεις, μορφές και τύπους, τους οποίους άλλοτε περιβάλλει με την αίγλη του κανόνα και την ισχύ του προτύπου και άλλοτε απαξιώνει ως απαρχαιωμένους, ιδεολογικά ελέγξιμους, ιστορικά λανθασμένους ή και υποδεέστερους από κοινωνική άποψη.
Επιπλέον, κατά καιρούς και κυρίως για ιδεολογικούς λόγους, αναπτύσσονται περιοριστικές αξιολογικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα που διακρίνονται για τους αφορισμούς και την κινδυνολαγνεία τους.
Το γλωσσικό λάθος θα μπορούσε να οριστεί ως μια απόκλιση από τη γλωσσική νόρμα που αποτελεί πρότυπο για μία κοινότητα και περιβάλλεται με το κύρος του κανόνα.
Ωστόσο, η σχετικότητα του ορισμού γίνεται προφανής, εάν ληφθούν υπόψη οι διαφοροποιήσεις και οι παραλλαγές που πιθανώς να συνοδεύουν ή να χαρακτηρίζουν τις ποικίλες αποκρυσταλλώσεις των γλωσσικών μορφών κατά τις διαδικασίες της κωδικοποίησής τους στις Γραμματικές και τα λεξικά μιας γλώσσας και τη ζώσα επικοινωνία των χρηστών της στον οικείο και καθημερινό ή ανεπίσημο λόγο.
Το γλωσσικό λάθος πρέπει να διαχωρίζεται από το ορθογραφικό, το οποίο δεν είναι παρά μία παράβαση από τους κανόνες της ορθογραφίας, δηλαδή του τυποποιημένου συστήματος γραφής που διαθέτει κάθε γλώσσα.
Οι γλωσσικές μορφές που εκτίθενται στις Γραμματικές και τα λεξικά αφορούν αναπόδραστα συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, ενώ δεν είναι δυνατόν να καταγράφονται γλωσσικές αλλαγές που διαρκώς συντελούνται σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα.
Η ζωτικότητα, οι παραλλαγές και η ρευστότητα, σύμφωνα με τον Μιχάλη Σετάτο, που ενδημούν ως χαρακτηριστικά στον ζωντανό προφορικό λόγο δεν είναι εύκολο ούτε δυνατό να αποτυπώνονται στα βιβλία του συντακτικού και στα λεξικά. Αυτό έχει αποτέλεσμα οι πολυειδείς εκφορές του λόγου των έμψυχων συντελεστών, όταν αξιολογούνται μέσα από την κλειστή οπτική των επίσημα καταγεγραμμένων μορφών, να θεωρούνται γλωσσικά λάθη.
Πρόκειται για αναπόφευκτη συνέπεια, στον βαθμό που έχουμε λόγους εν ζωή ομιλητών αλλά και ρυθμιστικά και κλειστά εγχειρίδια που τη στιγμή της έκδοσης παραδίδονται ως «ολοκληρωμένα» και «τελειωμένα» κείμενα.
Τα γλωσσικά λάθη μπορούν να θεωρηθούν πρώιμοι μάρτυρες μιας επικείμενης γλωσσικής αλλαγής. Η ύπαρξη και η εκδήλωσή τους αμφισβητεί τις παραδομένες και «καλά ζυγισμένες», μέχρι τη στιγμή της παρέκκλισης, μορφές, η αντοχή των οποίων θα κριθεί στον χρόνο από την ένταση, την επιμονή, τη συνέχεια και, τελικά, την εξέλιξη της αρχικής «παραφθοράς».
Με βάση τις αρχές α) ότι ο χρόνος παραλλάζει τα γλωσσικά σημεία τα οποία υποχρεώνονται σε αλλοίωση, ακριβώς επειδή συνεχίζονται, και β) ότι η συνέχεια εξυπονοεί τη μετατόπιση, παρουσιάζει έντονο ερευνητικό ενδιαφέρον η επισήμανση και ανάλυση των αλλαγών που σημειώνονται σε μια σειρά γλωσσικών χρήσεων σε περιβάλλοντα για τα οποία οι «κανόνες» λειτουργούν παντελώς απαγορευτικά.
Τα γλωσσικά λάθη αντιμετωπίζονται ως πρόκριμα γλωσσικών αλλαγών ή ίχνη κυοφορούμενων γλωσσικών ανατροπών.
Σε κάποιες περιπτώσεις, η γλωσσική μετατροπή έχει ήδη συντελεστεί ή σταδιακά ολοκληρώνεται, καθώς το γλωσσικό έδαφος προετοιμάζεται για την είσοδο και επικράτηση των διάδοχων ισοδύναμων ή υποκατάστατων γλωσσικών τύπων και σχημάτων.
Αλλωστε, η αρχή των μεταβολών, των «αλλοιώσεων» ή των «αποκλίσεων» βασίζεται στην αρχή της συνέχειας της γλώσσας.
Σημαντικός παράγοντας ενδυνάμωσης των αδιάκριτων ή και «λανθασμένων» χρήσεων δεν παύει να είναι η προβολή από τους παντοδύναμους διαύλους των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Η προβολή αυτή φυσικοποιεί τη χρήση, καθώς της παρέχει κύρος και αίγλη, από τη στιγμή που αρθρώνεται στην ιμπεριαλιστική δημόσια σφαίρα των ποικίλων (πολυ)μέσων.
Ορισμένες φορές, μάλιστα, δεν αποκλείεται η προτίμηση σε μια «λανθασμένη» χρήση, από μια άλλη μέχρι χθες «ορθή», ειδικά για την περίπτωση της γλώσσας των νέων.
Αυτό μπορεί να συμβαίνει, διότι μια τέτοια μετάδοση είναι δυνατόν να εκλαμβάνεται ως μια έκφραση συμπαράστασης και σύμπλευσης των επιτελών του μέσου εκπομπής προς τους νέους -και άρα και προς το γλωσσικό τους ρεπερτόριο- με διάθεση αμφισβήτησης ενός ευρύτερου status quo. Επιπλέον, αρκετοί από τους συμβολισμούς περί τη δημοτική ενδεχομένως σχετίζονται με την προσπάθεια της εξουσίας να πείσει τις μάζες για τη φιλολαϊκότητα και την κοινωνική της ευαισθησία. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να ισχυριστούμε ότι αρκετές από τις χρήσεις εντάσσονται σε μια απόπειρα παραφθοράς της γλώσσας ως ένδειξη μιας ανατρεπτικής διάθεσης και ανάδειξης των πραγματικών, και όχι κατασκευασμένων από τις ιεραρχίες, συμφερόντων του λαού.
Η αποδοχή ή η απόρριψη της μιας ή της άλλης γλωσσικής χρήσης δεν είναι τελικά παρά προσωπική υπόθεση των χρηστών και συναρτάται με το επίπεδο καλλιέργειας του λεγόμενου αυθεντικού κριτικού αλφαβητισμού ή και μιας σειράς γλωσσικών πολυγραμματισμών.
* Επίκ. καθηγήτρια Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ακαδημαϊκή διευθύντρια 4ου Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ».
