ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ημερολόγιο έδειχνε 5 Μαΐου του 1945. Ο ναύαρχος Καρλ Ντένιτς, διάδοχος του Χίτλερ για πέντε μέρες, υπέγραφε -μέσω ενός στρατηγού- την άνευ όρων παράδοση των γερμανικών δυνάμεων της Β. Ευρώπης. Δύο ημέρες αργότερα, ξημερώματα, ο στρατηγός Αλφρεντ Γιοντλ υπέγραφε την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στους συμμάχους δηλώνοντας: «Ο γερμανικός λαός επαφίεται στη γενναιοψυχία των νικητών».

Την ώρα που οι Γερμανοί παραδίδονταν, ένας άντρας από ένα αμερικανικό τανκ, κοντά στην πόλη Λιντζ της Αυστρίας, διέκρινε στο βάθος ένα παράξενο στρατόπεδο. Το τανκ στράφηκε κατά κει. Ομως το στρατόπεδο δεν ήταν σαν κι αυτά που φαντάζονταν οι Αμερικανοί φαντάροι.

Μέσα σ’ ελάχιστα δευτερόλεπτα ένα ανατριχιαστικό πλήθος από 30.000 κινούμενους σκελετούς με ριγέ κουρελιασμένες φορεσιές περικύκλωσε αλαλάζοντας το άρμα. Το πλήρωμα του τανκ κοιτούσε αποσβολωμένο και η ανθρωπότητα, μέσα από τα πρόσωπά τους, ερχόταν αντιμέτωπη με τη φρίκη του Μαουτχάουζεν. Αφού μέχρι τότε κανείς δεν έπαιρνε την τερατώδη φήμη για «ύπαρξη στρατοπέδων εξόντωσης» στα σοβαρά, παρά τις εκθέσεις που έφταναν σε διεθνείς οργανισμούς και σε ένα Βατικανό που κοιτούσε να δει τον τελικό νικητή πριν πάρει θέση.

Οι ελάχιστοι εναπομείναντες φύλακες του στρατοπέδου αποπειράθηκαν να παραδοθούν, αλλά δεν πρόλαβαν. Τα σκελετωμένα χέρια ξέσπασαν πάνω τους με μια δύναμη που πίστευαν πως είχαν για πάντα χάσει. Αυτοσχέδιες σημαίες των χωρών καταγωγής και των ελευθερωτών ξεφύτρωσαν από τα κουρέλια.

Αμερικάνικες και σοβιετικές, και ελληνικές και εγγλέζικες και τσέχικες και πολωνικές. Δημοτικά τραγούδια των χωρών καταγωγής και δάκρυα δυσπιστίας, ελπίδας και πόνου, ξεπήδησαν στον αέρα.

Από τότε που, δίπλα στον ποταμό Σόλα στο Οσβιέτσιν της Πολωνίας, χτίζονταν οι πρώτοι θάλαμοι αερίων ομαδικής εξόντωσης, εκεί όπου βρήκαν τον θάνατο περί τα 4 (από ένα σύνολο 6) εκατομμύρια άνθρωποι, Εβραίοι, Ρώσοι και Ρομά, ομοφυλόφιλοι, Σλάβοι αντιφασίστες και κομμουνιστές, αυτά ήταν τα πρώτα λευθερωμένα τραγούδια (και τραγούδια της λευτεριάς) που ακούγονταν.

Εάν ο γερμανικός λαός επαφιόταν στη γενναιοψυχία των νικητών, αποδεικνύοντας με τη βοήθειά τους πως είχε μέταλλο και στην ειρήνη, τα θύματα δεν είχαν να προσδοκούν καμιά μεγαλοψυχία όλα τα χρόνια που θήτευαν ανά δευτερόλεπτο δίπλα στον θάνατο.

Τη νέμεση όμως την δώσανε εκκωφαντικά οι σημαντικοί Γερμανοί ποιητές. Ισως ούτε ένας, ούτε μία από αυτούς δεν μπόρεσε να γράψει ποίηση την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία στη μητρική γλώσσα. Η γλώσσα, που τόσο αμφισβήτησε ο Οιδίποδας με κείνο το «προύφηνε λέγον», αρνιόταν να δώσει καταφύγιο, να καλύψει, το ανείπωτο της φρίκης. Γυμνό και εξοστρακισμένο έπαιρνε τους δρόμους, για να εμφανιστεί, λουστραρισμένο, στα χρόνια μας ξανά.