Βίκη Σκούμπη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνηθίζουμε να λέμε ότι τα προγράμματα βοήθειας στην Ελλάδα ήταν τελείως αντιπαραγωγικά καθώς επέφεραν το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Ήταν όμως όντως έτσι; Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα ας εξετάσουμε τους όρους που συγκροτούν την πρόταση «το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας απέτυχε οικτρά», και η οποία αποτελεί πλέον κοινό τόπο στο αντιμνημονιακό χώρο και όχι μόνο σ’ αυτόν. Για παράδειγμα όλοι μας αναφερόμαστε, έστω και με σαρκαστικό τρόπο, έστω εντός εισαγωγικών, στα περιώνυμα ‘προγράμματα βοήθειας στην Ελλάδα’. Συνηθίζουμε να καταγγέλλουμε και δικαίως τους εξοντωτικούς όρους του προγράμματος που οδήγησαν στην οικονομικο-κοινωνική καταστροφή και στην ανθρωπιστική κρίση. Τελικά μήπως ακόμα και οι πιο επικριτικά διακείμενοι εξακολουθούμε να μιλάμε με όρους που μας παγιδεύουν σε ψευδεπίγραφες εικασίες; Υπήρξε πράγματι ‘πρόγραμμα βοήθειας της χώρας’, κάποιο σχέδιο διάσωσης από τους ευρωπαίους εταίρους της; Διατείνομαι ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, έστω και λανθασμένο, δεν τέθηκε ποτέ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δρομολογήθηκε όντως ένα πρόγραμμα βοήθειας, πλην όμως δεν αφορούσε την διάσωση της Ελλάδας αλλά αυτή των ευρωπαϊκών τραπεζών που είχαν στο χαρτοφυλάκιο τους σημαντικό αριθμό ελληνικών ομολόγων.

Συγκεκριμένα τέλη 2009, οι γαλλικές τράπεζες κατείχαν ομόλογα αξίας 57 δις ενώ οι γερμανικές 34 δις. Αν στις αρχές 2010 είχε γίνει μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους της τάξης του 30 με 35%, αυτό το τελευταίο θα έπεφτε στο βιώσιμο επίπεδο του 80% του ΑΕΠ. Μια εξ αρχής αναδιάρθρωση του χρέους με όρους που θα υπαγόρευε η Ελλάδα αποτελούσε τον αναγκαίο όρο για να μπει μπροστά ένα πρόγραμμα διάσωσης που θα είχε πιθανότητα επιτυχίας. Πλην όμως το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμη αναλάβει πλήρως από το ωστικό κύμα της χρεωκοπίας της Lehman Brothers. Για να μην χάσουν λοιπόν οι τράπεζες του γαλλογερμανικού άξονα 30 με 35 δις, η Ελλάδα έπρεπε να μπει σε ένα εξοντωτικό πρόγραμμα που θα διασφάλιζε την αποπληρωμή των δανειστών και θα επέτρεπε στις τράπεζες να κερδίσουν αυτό που ζητά τώρα ο Βαρουφάκης από τους δανειστές μας, δηλαδή χρόνο. Αρκετό χρόνο για να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα πριν το PSI του 2012. Όλοι οι οικονομολόγοι που σέβονται τον εαυτό τους αναγνωρίζουν σήμερα ότι η εισαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα χωρίς μια προκαταρκτική σωτήρια αναδιάρθρωση ήταν «λάθος». Εσκεμμένο και εγκληματικό «λάθος» τα αποτελέσματα του οποίου τα πληρώσαμε, τα πληρώνουμε και θα τα πληρώνουμε για καιρό ακόμη πολύ ακριβά. Εάν λοιπόν σήμερα το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο – και σε καμία περίπτωση δεν είναι- αυτός που θα όφειλε να επωμιστεί τις απώλειες από μια σημερινή απολύτως αναγκαία αναδιάρθρωση θα έπρεπε να είναι ο παράγοντας που επωφελήθηκε από αυτήν την εγκληματική καθυστέρηση. Εν ολίγοις οι γαλλογερμανικές τράπεζες οι οποίες ανακεφαλαιοποιήθηκαν κάτω από το τραπέζι εις βάρος της Ελλάδας. Για τη διάσωση τους θυσιάστηκε μια κοινωνία ολόκληρη.

Ας σημειωθεί ότι η περίπτωση της Ελλάδας κάθε άλλο παρά είναι η μοναδική. Αποτελεί το απόγειο μιας παγκόσμιας στρατηγικής του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που κατάφερε να μετατρέψει την κρίση του πιστωτικού συστήματος του 2007 σε κρίση δημοσίου χρέους, μεταθέτοντας τα βάρη των χρεωκοπημένων τραπεζών στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Θύματα αυτής της στρατηγικής υπήρξαν σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, πρωτίστως η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Πορτογαλία αλλά και η Γαλλία. Επί πλέον οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών επωφελήθηκαν από τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας. Άντλησαν σημαντικά κέρδη ύψους 6 δις από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, όταν η ΕΚΤ τους ανέθεσε να προμηθευτούν ελληνικά κρατικά ομόλογα σε μειωμένες έως εξευτελιστικές τιμές στην δευτερογενή αγορά. Έτσι η Bundesbank, η Τράπεζα της Γαλλίας κ. ά. εισέπραξαν από τα επιτόκια των ελληνικών τίτλων μόνο για το 2010 2 δις! Από το 2013 και μετά βέβαια η ΕΚΤ δεσμεύτηκε να επιστρέφει τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα στο ελληνικό κράτος. Πλην όμως προς το παρόν δεν το έχει κάνει για τα 1,9 δις του 2014 που διεκδικεί ο Γ. Βαρουφάκης. Μήπως τελικά αυτοί που θα έπρεπε να μπουν σε πρόγραμμα με συστηματικούς ελέγχους και αυστηρή επιτήρηση είναι οι τράπεζες; Μήπως ήρθε επί τέλους η ώρα να δώσουν τον οβολό τους για τις καταστροφές που επέφεραν μετατρέποντας με ιδιαίτερα επιδέξιο τρόπο μια χρηματοπιστωτική κρίση σε κρίση χρέους;

Ας επανέλθουμε όμως στο αρχικό ερώτημα. Ο κοινός τόπος που εξετάζουμε διατείνεται πως τα προγράμματα διάσωσης ‘απέτυχαν’. Και από μια άποψη όντως απέτυχαν και μάλιστα οικτρά. Σε σχέση με τι όμως; Σε σχέση με τους δεδηλωμένους στόχους του. Ήταν ωστόσο δυνατόν οι ‘ειδικοί’ που διαμόρφωσαν το ελληνικό πρόγραμμα ‘διάσωσης’ να μην γνώριζαν ότι η ραγδαία συρρίκνωση του ΑΕΠ και η οικονομική δυσπραγία ήταν αδύνατον να οδηγήσουν σε ελάφρυνση του χρέους και σε εξασφάλιση της πλήρους αποπληρωμής των δανειστών; Παρά τις δηλώσεις μετανοίας του κυρίου Μπλανσάρ περί λάθους πολλαπλασιαστή, θεωρώ ότι δεν επρόκειτο για εσφαλμένη εκτίμηση. Ας μην ξεχνάμε πως επιβλήθηκαν αντικοινωνικά μέτρα, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων όχι μόνο δεν διευκόλυνε αλλά δυσχέραινε την αποπληρωμή του χρέους. Αν παραμερίσουμε λοιπόν την προκείμενη ότι το πρόγραμμα διαμορφώθηκε για να κάνει βιώσιμο το χρέος, διαπιστώνουμε ότι αποδείχτηκε εφιαλτικά αποτελεσματικό σε ότι αφορά άλλους, υπόρρητους, στόχους. Κατάφερε μέσα σε πέντε χρόνια να επιβάλλει μια σειρά νέο-φιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων που εξανεμίζουν τις κοινωνικές παροχές, διαλύουν το δημόσιο σύστημα υγείας και απελευθερώνουν πλήρως την αγορά εργασίας από κάθε προστατευτική για τον εργαζόμενο διάταξη του εργατικού δικαίου. Έτσι εξάλλου εξηγείται η σημερινή εμμονή των δανειστών στην διατήρηση και εμβάθυνση των αποκαλούμενων διαρθρωτικών αλλαγών.

Σε τελευταία ανάλυση το πραγματικό διακύβευμα είναι πολιτικό και όχι οικονομικό. Αφορά το υπόδειγμα κοινωνίας που ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός επιχειρεί να επιβάλλει σ’ ένα από τα τελευταία προπύργια του κράτους πρόνοιας, την Ευρώπη. Το χρέος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη τη γηραιά ήπειρο– και πριν από αυτήν στις χώρες του Τρίτου Κόσμου- χρησιμοποιήθηκε συστηματικά σαν μοχλός πίεσης για την επιβολή νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Με πρόσχημα την ‘εξυγίανση’ της οικονομίας και την ανάγκη περικοπών για την αποπληρωμή των δανειστών, επιχειρείται να επιβληθεί ένα νέο υπόδειγμα που ακυρώνει πλήρως το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο. Και αυτό ανεξαρτήτως αν οι συγκεκριμένες αντιμεταρρυθμίσεις δημιουργούν ύφεση και αποπληθωρισμό που κάνουν ακόμα πιο δυσχερή έως αδύνατη την αποπληρωμή του χρέους. Οι στρατιές των ανέργων και των εξαθλιωμένων επισφαλώς εργαζόμενων δεν είναι παράπλευρη απώλεια ενός εσφαλμένου προγράμματος αλλά όρος για να απελευθερωθεί η αγορά εργασίας και να συμπιεστεί στο ελάχιστο δυνατό το κόστος της. Ενώ ταυτόχρονα μειώνονται ή και μηδενίζονται οι εργοδοτικές εισφορές και τα ασφαλιστικά ταμεία οδηγούνται μέσω της συστηματικής μείωσης εσόδων στο χείλος της χρεωκοπίας. Αυτή η πολιτική στρατηγική του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού βρήκε στην Ελλάδα ένα προνομιακό πεδίο εφαρμογής. Οι πολιτικές επιλογές που διακινούν τα προγράμματα διάσωσης στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο αποτελούν την αιχμή του δόρατος σ’ ένα γενικότερο σχέδιο συνολικής αναδιαμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών ώστε να συμμορφωθούν με το νεοφιλελεύθερο πρότυπο. Το χρέος είναι το έξυπνο εργαλείο για να μετατραπούν οι μία μετά την άλλη οι ευρωπαϊκές χώρες σε ‘ειδικές οικονομικές ζώνες’ όπου κοινωνικές κατακτήσεις, δικαιώματα και ελευθερίες ακυρώνονται ενώ οι «περιττοί» πληθυσμοί οδηγούνται σε αργή αλλά βέβαιη εξόντωση.

Η υποτιθέμενη αδήριτη ανάγκη πλήρους εξυπηρέτησης των χρεωστικών αναγκών προσφέρει μια χρυσή ευκαιρία για την συστηματική λεηλασία του δημόσιου πλούτου, των ενεργειακών και πλουτοπαραγωγικών πόρων και των κοινών δημόσιων αγαθών. Για αυτό εξάλλου και οι ‘εταίροι’ μας δεν είναι διατεθειμένοι να ανεχτούν την ακύρωση των πιο ακραίων διαρθρωτικών αλλαγών. Θα μπορούσαν να αποδεχτούν με εύσχημο τρόπο μια μορφή κουρέματος του χρέους αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα κάνουν κάτι τέτοιο για την ακύρωση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, την ακύρωση της απελευθέρωσης των απολύσεων κ.ο.κ. Ίσως εδώ να εντοπίζεται μια κάποια αβλεψία στην στρατηγική του Σύριζα. Οι περιώνυμες διαρθρωτικές αλλαγές βαραίνουν ιδιαίτερα στις διαπραγματεύσεις. Τους δανειστές τούς ενδιαφέρει βέβαια η αποπληρωμή χρέους, ίσως όμως να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα για αυτούς η προάσπιση ενός μοντέλου κοινωνίας που αγωνίζονται να επιβάλλουν και στις ίδιες τους τις χώρες. Και εδώ θα έπρεπε να είναι προσεκτική η κυβέρνηση για να μην παγιδευτεί στο όνομα της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαπλοκής σε πρόγραμμα αντιμεταρρυθμίσεων. Γιατί σε τελευταία ανάλυση το ζητούμενο για τους δανειστές δεν είναι αν το χρέος θα γίνει βιώσιμο. Το αντίθετο μάλιστα. Η διαιώνιση της δαμόκλειας σπάθης μιας αέναα επικείμενης χρεωκοπίας επιτρέπει να συνεχιστούν οι ληστρικές ιδιωτικοποιήσεις και να μετατραπεί η κοινωνία σε μια ζούγκλα όπου μόνος νόμος είναι το δίκαιο του ισχυροτέρου. Ας μου επιτραπεί να θέσω εδώ ένα ερώτημα: ποιες είναι επί τέλους αυτές οι μνημονιακές δεσμεύσεις που συναπαρτίζουν το 70% των επωφελών για την χώρα μας μέτρων και τις οποίες θα έπρεπε να εφαρμόσουμε, για τις οποίες μιλά ο Γ. Βαρουφάκης; Ας ελπίσουμε ότι αυτή η εξωπραγματική ποσόστωση – 70% κρατάμε και 30% απορρίπτουμε- αποτελεί ρητορικό ατόπημα. Αντιλαμβανόμαστε ότι σε μια ιδιαίτερα σκληρή διαπραγμάτευση γίνονται και κινήσεις τακτικής. Που όμως θα σταθεροποιηθεί η ανοδική τάση στην αποτίμηση των θετικών μέτρων του μνημονίου–από το 67 περάσαμε στο 70% θετικών μέτρων μέσα σε λίγες μέρες! Και εν πάση περιπτώσει δεν θα όφειλε ο υπουργός Οικονομικών να εξηγήσει στον ελληνικό λαό ποια είναι αυτά τα ευεργετικά για την κοινωνία μέτρα που προβλέπει κατά 70% το μνημόνιο; Προφανώς έχει γίνει η εκτίμηση ότι σε μια ιδιαζόντως δύσκολη συγκυρία είναι σκόπιμο να παρουσιαστεί και κάποιος με διαλλακτικό προφίλ.

Η τακτική όμως των εκ των προτέρων πολλαπλών υποχωρήσεων υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να αποδειχτεί καταστροφική απέναντι σε αδίστακτους αντιπάλους. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε ένα εξαιρετικό ισχυρό χαρτί στα χέρια μας. Παρά τις επανειλημμένες περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, αυτοί που έχουν πραγματικά κάτι να χάσουν σ’ αυτό το παιγνίδι είναι οι ευρωπαίοι ‘εταίροι’ μας. Αν τυχόν ο νεοφιλελεύθερος φονταμενταλισμός τους τούς οδηγήσει να σπρώξουν τα πράγματα στα άκρα θα πρέπει να αποπληρώσουν στον EFSF τα 142 δις της ‘βοήθειας’ που δεν έχουν συνεισφέρει αλλά απλά και μόνο εγγυηθεί. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να το κάνει η Γερμανία, η αποπληρωμή των εγγυήσεων θα προκαλέσει ανυπέρβλητες δυσκολίες για χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία που έχουν εγγυηθεί 31, 18 και 27 δις αντίστοιχα. Πέραν όμως αυτού το οικονομικό κόστος μιας βίαιης εξώθησης της Ελλάδας σε παύση πληρωμών θα ήταν τεράστιο καθώς η ευρωζώνη θα έχανε κάθε αξιοπιστία στα μάτια των περίφημων αγορών. Όταν λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση προτείνει απομείωση χρέους που δεν εξαναγκάζει τα κράτη της ευρωζώνης σε αποπληρωμή των εγγυήσεων έχει ένα εξαιρετικά δυνατό χαρτί στα χέρια της. Υπάρχει βέβαια και ένα άλλο διαπραγματευτικό ατού που σωστά έχει τεθεί στο τραπέζι από την κυβέρνηση. Μια αδιάλλακτη στάση των ευρωπαϊκών θεσμών που μεταφράζεται σε απερίφραστη περιφρόνηση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, θα πριμοδοτήσει αναπόφευκτα ακροδεξιές εθνικιστικές δυνάμεις παντού στην Ευρώπη και θα διευκολύνει ακόμη περισσότερο την ήδη εξαιρετικά πιθανή εκλογή της Λεπέν στην προεδρία της γαλλικής δημοκρατίας. Μπορεί αυτό να διαχειριστεί αυτό το πολιτικό κόστος η κυρία Μέρκελ;

Οι τιμητές μας εμφανίζονται σαν αυτόκλητοι προασπιστές των ευρωπαϊκών λαών. Για να το πετύχουν αυτό παρουσιάζουν τα συμφέροντα των δανειστών ως ταυτόσημα με αυτά του τίμιου και αναξιοπαθούς ευρωπαίου φορολογούμενου. Δεν διαθέτουν όμως καμία εξουσιοδότηση επί του συγκεκριμένου για να μιλούν εξ ονόματός των λαών τους. Γιατί ουδέποτε ρωτήθηκαν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αν συναινούν να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα εξοντωτικής λιτότητας στην Ελλάδα που στοίχισε και στοιχίζει ανθρώπινες ζωές. Εξ άλλου τις ελάχιστες φορές που οι λαοί της γηραιάς ηπείρου κλήθηκαν να αποφασίσουν για ευρωπαϊκά ζητήματα όχι μόνο δεν εισακούστηκαν αλλά η ετυμηγορία τους ακυρώθηκε με αντιδημοκρατικές τεχνοκρατικές ακροβασίες. Σε μια αριστοτεχνική επίδειξη ματαίωσης δημοκρατικών διαδικασιών, οι ευρωπαίοι ηγέτες έγραψαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων στην Γαλλία και την Ολλανδία το 2005, και στην Ιρλανδία το 2008. Ας μην κόπτονται λοιπόν περί δημοκρατικής δέσμευσης απέναντι στους εντολείς τους και ας μην επιχειρούν να αντιπαραθέσουν την λαϊκή κυριαρχία στην Ελλάδα στην κυριαρχία άλλων χωρών. Μέχρι νεωτέρας – και ίσως σ’ αυτό να έγκειται το βασικό εμπόδιο στην συγκρότηση της Ευρώπης- θεμέλιο της λαϊκής κυριαρχίας παραμένουν τα εθνικά κράτη. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είτε είναι όργανα καθαρά αντιδημοκρατικά παγιδευμένα σε παιγνίδια συσχετισμού δυνάμεων όπου ο ισχυρότερος – εν προκειμένω η Γερμανία- επιβάλλει τους όρους του στους υπόλοιπους, είτε, όταν είναι αιρετοί όπως το Ευρωκοινοβούλιο, έχουν περιορισμένες αρμοδιότητες και λειτουργούν με βάση την αρχή της συναίνεσης που δεν συνάδει με την δημοκρατία.

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη φάση διαπραγματεύσεων με τους ευρωπαίους δανειστές. Όλοι θεωρούμε ότι το ζητούμενο είναι το χρέος, η αναδιάρθρωση ή η απομείωση του με την μια ή την άλλη μορφή. Το πραγματικό όμως διακύβευμα είναι ο τύπος κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζήσουμε και, σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η δημοκρατία. Ας μην ξεχνάμε ότι όρος για την θεμελίωσή της στην αρχαία Αθήνα υπήρξε η σεισάχθεια. Σήμερα οι banksters και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι επιχειρούν να μας χειραγωγήσουν με οικονομικούς εκβιασμούς. «Η ΕΚΤ – συγνώμη, εσάς ποιος σας εξέλεξε; – προσπαθεί να τσακίσει την εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση, επειδή φοβάται το παράδειγμά της. Είναι επίθεση στη δημοκρατία», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο αρθρογράφος της Guardian Στο χέρι μας είναι να αποδείξουμε ότι δεν μπορούν να μας εκβιάζουν με τελεσίγραφα και οικονομικά πραξικοπήματα. Παρά και με τις όποιες ενστάσεις απέναντι σε κυβερνητικούς χειρισμούς να κατεβούμε στους δρόμους παντού στην Ευρώπη για να δηλώσουμε απερίφραστα ότι δεν φοβόμαστε και δεν εκβιαζόμαστε. Δεν αρκεί όμως αυτό. Μέχρι τώρα διατηρήσαμε την ψυχραιμία μας, κάτι που αφοπλίζει εν μέρει το περίφημο μπαζούκας του κυρίου Ντράγκι. Αν περιορίσουμε στα τρέχοντα έξοδα τις αναλήψεις κι αν όσοι μπορούμε χωρίς να στερηθούμε τα απολύτως αναγκαία πληρώσουμε τους φόρους–ακόμα και φόρους που παραβιάζουν κατάφορα την αρχή της αναλογικότητας- αφαιρούμε διαπραγματευτικά όπλα από τον αντίπαλο.

Είναι σαφές ότι οι ‘εταίροι’ αλλά και οι προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις -που δεν κάθονται στην ίδια αλλά στην αντίθετη πλευρά του τραπεζιού-, έκαναν ότι μπορούν για να προκαλέσουν ένα bank run και να αφήσουν την σημερινή κυβέρνηση κολλημένη στον τοίχο με άδεια ταμεία. Αν η κοινωνία δεν αντιδράσει υπό το κράτους του δέους και του φόβου που η κίνηση Ντάγκι επιχειρεί να προκαλέσει, αν δείξει πίστη στις ίδιες της τις δυνάμεις, ο εκβιασμός εξουδετερώνεται. Ένας διακεκριμένος γάλλος οικονομολόγος, ο Αντρέ Ορλεάν, μιλά για οικονομικά και χρηματιστικά θαύματα τα οποία, ενάντια σε κάθε οικονομίστικη λογική, συντελούνται χάρις στην εμπιστοσύνη που δείχνουν σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες λαοί στις κυβερνήσεις τους. Είναι η στιγμή που η πίστη αλλάζει στρατόπεδο και περνά από τα πιστωτικά ιδρύματα στην κοινωνία. Τέτοιου τύπου θαύματα παραμένουν ανεξήγητα για μια στενά οικονομική προσέγγιση. Διευκρινίζω βέβαια ότι σε καμία περίπτωση δεν καλώ να δώσουμε εν λευκώ εξουσιοδότηση στην νεο-εκλεγείσα κυβέρνηση. Το αντίθετο μάλιστα. Το αν όμως αυτή η κυβέρνηση τηρήσει τις δεσμεύσεις της απέναντί μας εξαρτάται κι από εμάς και από την απόφασή μας να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας σαν κοινωνία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Απέναντι στην ληστρική τακτική των δανειστών, και στην απιστία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ας γίνουμε εμείς οι ίδιοι οι πιστωτές του μέλλοντος μας.    

* αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια