Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ελλάδα, εξαιτίας των Μνημονίων, που ανέτρεψαν το εργασιακό μοντέλο σταθερής απασχόλησης, βρίσκεται εκτός του πλαισίου των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσον αφορά την προώθηση μέτρων σχετικά με την ισότητα των δύο φύλων, τα οποία αφορούν την καταπολέμηση του μισθολογικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών, την παροχή υπηρεσιών φροντίδας των παιδιών κ.λπ.

Η προαναφερθείσα κατάσταση έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση των γυναικών και γενικά στη ζωή των ζευγαριών, υποβαθμίζεται η οικογενειακή ζωή λόγω της ανεπάρκειας των υποστηρικτικών δομών φύλαξης και φροντίδας των παιδιών, διαλύεται ο οικογενειακός προγραμματισμός για την απόκτηση παιδιών, οξύνονται οι διακρίσεις σε όλα τα επίπεδα όπως ο ρόλος των φύλων στις οικογενειακές υποχρεώσεις και η φροντίδα των πιο αδύναμων μελών (παιδιά, ηλικιωμένοι, άτομα με ειδικές ανάγκες), ενισχύονται οι διακρίσεις λόγω φυλετικής-εθνοτικής καταγωγής κ.λπ., με κίνδυνο όλα αυτά να συμβάλουν στον περαιτέρω κοινωνικό αποκλεισμό.

Εν κατακλείδι, αυτό που χαρακτηρίζει την εργασία των γυναικών είναι η προσωρινότητα, η οποία με τη σειρά της καθορίζει τη στάση τους απέναντι στην εργασία, στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην πολιτική, στον εργοδότη, στο συνδικάτο, στην επαγγελματική εξέλιξη.

Αν σε όλα αυτά προστεθούν η χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας (μη καταβολή δεδουλευμένων, εντατικοποίηση χωρίς πρόσθετη αμοιβή, φόβος απόλυσης, έλλειψη σωματείων στους χώρους εργασίας, σεξουαλική παρενόχληση, πίεση που ασκούν οι εργοδότες να μην κάνουν χρήση των γονικών αδειών, έλλειψη χρόνου κ.λπ.), είναι δυνατό να παρατηρήσουμε το ζοφερό τοπίο που βιώνουν όλοι οι εργαζόμενοι και την ακόμη πιο μειονεκτική θέση που βρίσκονται οι γυναίκες. 

Σύμφωνα με στοιχεία της ΓΣΕΕ, οι βασικοί παράγοντες που κάνουν αποτρεπτική τη συμμετοχή των γυναικών στα συνδικάτα είναι η έλλειψη χρόνου λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, επειδή δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στους πολλαπλούς ρόλους με τους οποίους είναι επιφορτισμένες: της εργαζόμενης, της νοικοκυράς, της μητέρας, της δασκάλας των παιδιών, της νοσοκόμας που φροντίζει τους ηλικιωμένους της οικογένειας ή τα αδύναμα άτομα κ.λπ.

Επιπρόσθετοι παράγοντες είναι οι στερεοτυπικές προκαταλήψεις για τον ρόλο των γυναικών, η αποθαρρυντική έως αρνητική συμπεριφορά από τον σύντροφο ή την οικογένεια, η ανδροκεντρική αντίληψη που επικρατεί στα συνδικάτα και η αποθαρρυντική συμπεριφορά από συναδέλφους.

Κατά συνέπεια, λόγω αυτής της δυσμενούς θέσης των γυναικών, είναι αναγκαίο τα συνδικάτα να προσεγγίσουν τα θέματα αυτά από την οπτική του φύλου.

Υπό αυτή την έννοια, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν ομάδες ή τμήματα γυναικών σε όλες τις βαθμίδες των συνδικάτων, τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην κατανόηση της ανάγκης για πιο εξειδικευμένη δουλειά.

Γι’ αυτό ακριβώς η φεμινιστική οπτική του θέματος αυτού έχει διατυπώσει την ανάγκη λήψης μακροπρόθεσμων και άμεσης εφαρμογής μέτρων, τα οποία διευκολύνουν τη συμμετοχή των γυναικών.

Για παράδειγμα, θα μπορούσαν οι συναντήσεις ή οι συνεδριάσεις να λαμβάνουν υπόψη τις υποχρεώσεις και την οικογενειακή κατάσταση των γυναικών (π.χ. να μην έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια, να διακρίνονται από συνέπεια στην προκαθορισμένη ώρα έναρξης και λήξης των συναντήσεων κλπ.), ούτως ώστε να μην είναι απαγορευτικές για την παρουσία τους.

Ενα άλλο μέτρο είναι η εμπλοκή των γυναικών στις ομάδες για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, η οποία βοηθά τόσο στη διαμόρφωση νέων προσεγγίσεων στις διεκδικήσεις από την οπτική του φύλου όσο και στην περαιτέρω συμμετοχή των γυναικών, ώστε μαζί με τους άνδρες να προστατεύσουν και να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Επίσης, άλλοι τρόποι για την προώθηση της ισότητας των φύλων στις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι η συνδικαλιστική εκπαίδευση ανδρών και γυναικών σε ζητήματα που αφορούν τη διάσταση του φύλου και όχι μόνο, η προώθηση καμπανιών μέσα από τη διανομή ενημερωτικού υλικού για την ενθάρρυνση της συμμετοχής των γυναικών στα συνδικάτα, προγράμματα ευαισθητοποίησης ανδρών και γυναικών στα προβλήματα του φύλου, ο καθορισμός ελάχιστου ποσοστού γυναικών τόσο στην κάλυψη των ψηφοδελτίων όσο και στη συμμετοχή τους στα συλλογικά όργανα, η συνεργασία τους με τις δυνάμεις του φεμινισμού, οι διεθνείς επαφές με τις αντίστοιχες γυναικείες συνδικαλιστικές ομάδες και φεμινιστικές οργανώσεις, δίκτυα συνδικαλιστριών, καθώς επίσης η εκπόνηση μελετών, η διοργάνωση σεμιναρίων, συνεδρίων, ανοιχτών εκδηλώσεων κ.λπ., τα οποία θα αναδεικνύουν και θα προωθούν τα ζητήματα της ισότητας. 

Τέτοιου τύπου διευκολύνσεις και πρακτικές θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην παρουσία και συμμετοχή των γυναικών στα κοινά, συνεπικουρούμενες από την ενθάρρυνση για συμμετοχή σε θέσεις ευθύνης, ασχέτως αν διαθέτουν μεγάλη εμπειρία ή όχι.

Αντιθέτως, η υποτίμηση αυτών των πρακτικών, το μόνο πρότυπο-στερεότυπο που αναπαράγουν είναι αυτό του άνδρα συνδικαλιστή, το οποίο συνήθως διέπεται από ανταγωνισμό, υποτίμηση της διαφορετικής άποψης, έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου και σε αρκετές περιπτώσεις από σεξιστικές συμπεριφορές.

Τέλος, για να υπάρξει μεταβολή αυτής της νοοτροπίας χρειάζεται να διαμορφωθεί μια νέα κουλτούρα, η οποία θα μετασχηματίσει τις δομές του συνδικαλιστικού κινήματος σε πιο συμμετοχικές, ιδιαίτερα για τις κατηγορίες των ανθρώπων που δεν εκπροσωπούνται από τα συνδικάτα, όπως είναι η πλειονότητα των γυναικών, των νέων, των μεταναστών και των ευέλικτα απασχολούμενων.

Οι επιπτώσεις που έχει στον συνδικαλισμό η εν λόγω πραγματικότητα είναι πλέον πασιφανείς και η ολιγωρία είναι θανάσιμη, διότι επιφέρει διαλυτικά και απαξιωτικά φαινόμενα, τα οποία δεν συμβάλλουν στις διαδικασίες ανασυγκρότησης των συνδικάτων και στην ανακάλυψη νέων πρακτικών.

Αντίθετα, το άνοιγμα σε αυτές τις πολυπληθείς κατηγορίες εργαζομένων θα συμβάλλει στην ανανέωση και αναζωογόνηση των γραμμών του. 

*Επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ-ΓΣΕΕ