Οποτε βλέπω τους φίλους μου στο Λονδίνο να κλαίνε και να οδύρονται για το επερχόμενο Brexit, ομολογώ ότι αισθάνομαι μια μικρή ικανοποίηση, μια παρηγοριά.
Οχι γιατί δεν συμμερίζομαι τις εκτιμήσεις τους –είμαι σίγουρος πως η απόφαση να εγκαταλείψει το Ενωμένο Βασίλειο την Ευρωπαϊκή Ενωση θα αποδειχθεί από επώδυνη μέχρι καταστροφική– αλλά επειδή σημαίνει ότι εμείς οι Ελληνες δεν είμαστε οι μόνοι που παρακινούμενοι από το θυμικό και σε συνδυασμό με διάφορα νεοελληνικά ιδεολογήματα, όπως η λεβεντιά, η εγγεγραμμένη στο DNA μας αντίσταση και το «δεν βαριέσαι, κάπως θα τη βγάλουμε», πυροβολήσαμε το πόδι μας για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή αγγλική φράση. Το ίδιο έκαναν και εκείνοι. Οι μετρημένοι, φλεγματικοί, πραγματιστές και γενικά ξενέρωτοι Βρετανοί.
Το τεράστιο θέμα του λαϊκισμού στη γαλανόλευκη εκδοχή του ας μην το ξαναπιάσουμε. Πάρα πολλά έχουν ειπωθεί εκατέρωθεν και οι αντίμαχοι παραμένουν ανυποχώρητοι στα ιδεολογικά τους χαρακώματα. Υπάρχει όμως μια διάσταση του λαϊκιστικού φαινομένου γενικότερα που δεν τονίστηκε όσο θα ‘πρεπε και η σύγκριση της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ και των Brexiteers την αναδεικνύει: αμφότεροι έπεισαν τους ψηφοφόρους ότι η επίτευξη του στόχου τους θα ήταν εύκολη.
Δηλαδή η λαϊκή ετυμηγορία δεν θα συναντούσε εμπόδια ή προβλήματα. Τα γεγονότα έδειξαν πεντακάθαρα ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο μπλεγμένα και ο δρόμος πιο μακρύς και πιο δύσβατος. Αποτέλεσμα η περιώνυμη κωλοτούμπα στην Ελλάδα, ενώ στη Βρετανία, δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θρίαμβο των Brexiteers, η κυβέρνηση, με το Συντηρητικό κόμμα στα πρόθυρα του εμφύλιου, δεν έχει ακόμα αποσαφηνίσει τι ακριβώς θέλει και πώς θα το εξασφαλίσει αν τα υπόλοιπα 27 μέλη δεν της το παραχωρήσουν.
Οσο εξωφρενικό και να ακούγεται, οι οπαδοί της εξόδου από την Ε.Ε. απέφυγαν συστηματικά να απαντήσουν σε συγκεκριμένα ερωτήματα πριν από το δημοψήφισμα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τη συνθήκη ένταξης θα τη σκίσουν την επομένη της νίκης τους και θα ’ναι μέρα μεσημέρι.
Ενδεικτικά, κανείς δεν αναφέρθηκε στο τεράστιο ποσό που η Βρετανία θα καταβάλει τελικά για να καλυφθούν οι υποχρεώσεις τις οποίες είχε αναλάβει ως μέλος, κανείς δεν προβληματίστηκε για το πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες σε εργατικό δυναμικό όταν κλείσουν τα σύνορα στους μετανάστες από χώρες της Ε.Ε. που μέχρι σήμερα όχι μόνο στελέχωναν το εθνικό σύστημα Υγείας, αλλά ήταν και απολύτως απαραίτητοι για τη γεωργική παραγωγή της χώρας.
Και το πιο εξοργιστικό από όλα, κανείς δεν κοίταξε τον χάρτη που δείχνει ότι η μεθόριος του Ενωμένου Βασιλείου με την υπόλοιπη Ευρώπη δεν είναι μόνο η Μάγχη αλλά τα σύνορα ανάμεσα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και τη Βόρεια Ιρλανδία. Και τα σύνορα αυτά, εδώ συμφωνούν οι πάντες, πρέπει πάση θυσία να παραμείνουν ανοιχτά για να μην υπονομευτεί η συμφωνία η οποία έβαλε τέλος στην εμφύλια σύρραξη που αιματοκύλισε το νησί επί δεκαετίες.
Μιλώντας γενικά, όλα αυτά έχουν να κάνουν με τις συνέπειες των πράξεών μας. Σε ένα πρώτο και εμφανές επίπεδο, η μεταξύ τους σχέση καταργείται ή διαστρεβλώνεται με ένα απλό ψέμα. Για παράδειγμα, οι Brexiteers ισχυρίστηκαν –ψευδώς κατά γενική ομολογία– ότι η αποχώρηση από την Ε.Ε. θα απέφερε την εξοικονόμηση τεράστιων ποσών τα οποία θα μπορούσαν να δοθούν στο δημόσιο σύστημα Υγείας. Το παιχνίδι όμως κρίθηκε αλλού. Οι λαϊκιστές δεν αμφισβήτησαν με αντεπιχειρήματα τους ισχυρισμούς των αντιπάλων τους, αλλά τους στιγμάτισαν κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς ως αναξιόπιστους.
Στα καθ’ ημάς, όσοι προειδοποίησαν για τις συνέπειες ήταν όλοι τους «διαπλεκόμενοι». Στη Βρετανία, με ανάλογα παραδείγματα την Αμερική του Τραμπ και σήμερα την Ιταλία, εκείνοι που ισχυρίζονται ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και κυρίως τόσο εύκολα όσο μας διαβεβαιώνουν οι αυτοαποκαλούμενοι «ανατροπείς», ανήκουν στο απεχθές κατεστημένο (στο οποίο παραδόξως δεν ανήκει ο δισεκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ ή τα παιδιά της Θάτσερ στη Βρετανία). Ετσι οι «ειδήμονες» δεν ελέγχονται με το σκεπτικό ότι οι απόψεις και οι προβλέψεις τους είναι λανθασμένες –κάτι που όντως μπορεί να συμβαίνει– αλλά μόνο και μόνο γιατί είναι ειδήμονες.
Ισως το υπόβαθρο του λαϊκιστικού τρόπου σκέψης να είναι η ενστικτώδης αντίδραση σε ό,τι μας στενοχωρεί ή μας απειλεί: θέλουμε να σταματήσει. Και σήμερα πολλά μάς στενοχωρούν και μας απειλούν: η διευρυνόμενη ανισότητα, η αγχογόνος ανασφάλεια, η αίσθηση ότι έχουμε χάσει τον έλεγχο… Το γεγονός όμως ότι κάτι είναι πράγματι κακό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο αυτό που αντιπροτείνουμε να αποδειχθεί χειρότερο. Στον Μεσοπόλεμο η Δημοκρατία της Βαϊμάρης απέτυχε. Από τον Χίτλερ όμως ήταν πολύ καλύτερη.
