Η ηλεκτρονική ψηφοφορία για την εκλογή των Συμβουλίων Διοίκησης των ΑΕΙ της χώρας είχε δώσει μια ακόμα αφορμή για την εκ βάθρων αμφισβήτηση του νόμου Διαμαντοπούλου.
Πράγματι, ο ν. 4009/2011 είχε πολλά σκοτεινά σημεία, νοθεύοντας την αυτοδιοίκηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τόσο με νεοφιλελεύθερα όσο και με πατερναλιστικά στοιχεία, ωστόσο η αξιοποίηση της τεχνολογίας κατά την εκλογή των μελών που θα απάρτιζαν το νεοπαγές, συγκεντρωτικό όργανο διοίκησης ξεσήκωσε αδικαιολόγητες διαμαρτυρίες. Αδικαιολόγητες, γιατί η a priori απόρριψη της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας ως «τεχνοφασισμού» από «ριζοσπαστικούς» κύκλους, εκτός από συντηρητική είναι και βαθιά αντι-υλιστική.
Ο Marx, εξάλλου, αντιμετώπιζε την τεχνολογική εξέλιξη ως ευλογία και κατάρα. Η πλήρης ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (η αντικατάσταση των ανθρώπων από τις μηχανές κατά την παραγωγική διαδικασία) θα οδηγούσε μεν σε περαιτέρω εξαθλίωση του προλεταριάτου, αλλά θα άνοιγε το παράθυρο για την ιστορική νομοτέλεια της «αταξικής κοινωνίας», όπου ο καθένας θα παράγει σύμφωνα με τις ικανότητές του και θα ανταμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του.
Όσο επίφοβη, πάντως, είναι η εκ βάθρων απόρριψη της τεχνολογίας εξ αριστερών, με το παραδοσιοκρατικό, οιονεί συνωμοσιολογικό επιχείρημα της υποδούλωσης των ανθρώπων στις αόρατες δυνάμεις της αγοράς, στους αδηφάγους καπιταλιστές που κινούν τα νήματα του κόσμου, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι και η «εκσυγχρονιστική» αποθέωση της τεχνολογίας και της –τεχνολογικά ιδωμένης- καινοτομίας εν γένει.
Από (νεο)φιλελεύθερους, «εκσυγχρονιστικούς» κύκλους διαχέεται η ιδέα ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι καθεαυτή πρόοδος για το ανθρώπινο γένος. Υπό αυτή την οπτική, όμως, η τεχνολογία παύει να αντιμετωπίζεται ως μέσο για τη βελτίωση της προσωπικής και της συλλογικής ευημερίας, αλλά αναγορεύεται σε αυτοσκοπό της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους.
Σε αυτό το μήκος κύματος, παραδείγματος χάριν, η διενέργεια ηλεκτρονικών πλειστηριασμών αποθεώνεται, καθώς τεκμαίρεται αμάχητα ως το πέρασμα σε μια νέα εποχή, όπου το e-justice θα γκρεμίσει συθέμελα τους αργόσυρτους ρυθμούς της γραφειοκρατίας των δημόσιων υπηρεσιών.
Έτσι, η χρήση της τεχνολογίας αποσυνδέεται από το λειτουργικό σκοπό που καλείται να επιτελέσει και το ζήτημα της εκπλειστηρίασης ακινήτων (ακόμα και πρώτων κατοικιών) περνάει σε δεύτερη μοίρα, σαν την ανεπαίσθητη κίνηση μιας πεταλούδας μες στο χαοτικό σύμπαν των υπερ-υπολογιστών.
Πίσω από την ενθουσιώδη παρουσίαση των «ηλεκτρονικών πλειστηριασμών» υποκρύπτονται δύο αμφίδρομες αφηγήσεις. Αφενός, καθαγιάζεται, έστω και σιωπηρά, η πτωχοτραπεζοκρατία, η μετάθεση των «κόκκινων δανείων» σε funds χωρίς καν να ερωτηθεί ο δανειολήπτης, δηλαδή επιβραβεύεται η ταξική μεροληψία υπέρ των too big to fail δρώντων του καπιταλιστικού παιγνίου. Αφετέρου, η τεχνολογία υποκαθιστά την ανθρωπότητα στην ιεραρχία μέσων και σκοπών. Έτσι, η καντιανή κατηγορική προσταγή διαστρέφεται και τα τεχνολογικά μέσα καταλαμβάνουν τη θέση των ανθρώπων ως αυτοσκοποί. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε καινούριο gadget ενσαρκώνει το «απόλυτο καλό», ασχέτως των συνεπειών στις οποίες μπορεί να απολήγει.
Ο ενδεχόμενος δόλος (πιθανολόγηση και αποδοχή) ακόμα και μιας δυστοπικής κοινωνικής κατασκευής (όπως απεικονίζεται αριστουργηματικά στο Minority Report ή στο Black Mirror) επιταχύνει την –κατά Marcuse- αλλοτρίωση του υποκειμένου, εντείνοντας την αναλωσιμότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Αν το εγκώμιο υπέρ των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών εκπορεύεται από ιδιοτελή ή ανιδιοτελή αγάπη προς τους «πλειστηριασμούς», έχει καλώς. Πρόκειται για έκφραση της άποψης «οι αριθμοί πάνω από τους ανθρώπους», με την οποία διαφωνώ ριζικά, αλλά τη σέβομαι στο πλαίσιο ενός –κατά Rawls- εύλογου πλουραλισμού αντιλήψεων. Αν, όμως, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί αποτιμώνται θετικά λόγω του ηλεκτρονικού τρόπου διενέργειάς τους, πολύ φοβάμαι ότι το «ποσόν» υποκαθιστά πλήρως το «ποιόν», το «πώς» αρπάζει όλο τον διαθέσιμο χώρο των «γιατί».
Συμπερασματικά, η μεν τεχνοφοβία, χρησιμοποιώντας καταχρηστικά και συνθηματολογικά τον όρο «τεχνοφασισμός», αθωώνει τον αληθινό φασισμό, δηλαδή την ολοκληρωτική επιβολή μιας άποψης, ιδέας κ.λπ. ως κυρίαρχου τρόπου ζωής. Η τεχνολογία, εξάλλου, δεν οδηγεί μόνο σε δυστοπίες, αλλά συμβάλλει στην απλούστευση της εξαιρετικά πολύπλοκης και χρονοβόρας καθημερινότητάς μας και, μακροπρόθεσμα, ενδεχομένως οδηγεί στη χειραφέτηση του ανθρώπινου υποκειμένου από την καταναγκαστική (για λόγους επιβίωσης) εργασία.
Από την άλλη, όμως, πράγματι υπάρχει τεχνοφασισμός, όταν η τεχνολογία αναγορεύεται σε αυτοσκοπό της κοινωνικής μας συμβίωσης (η τεχνολογία ως ζωντανή ιστορία) και ο κάθε άνθρωπος εκτρέπεται σε αναλώσιμο πιόνι στην αέναη –δήθεν ες αεί προωθητική- παρτίδα της ιστορίας.
*Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)
