Εχω την αίσθηση ότι η Νέα Δημοκρατία θα προτιμούσε το θέμα του ονόματος της ακατονόμαστης χώρας να σέρνεται χωρίς να συμβαίνει απολύτως τίποτε, παρά να γίνει πρωτοσέλιδος τίτλος.
Και ο λόγος νομίζω είναι πολύ απλός: όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία μάλλον θα εισπράξει τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και στις επόμενες εκλογές θα αναδειχτεί πρώτο κόμμα, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο αυτοδυναμίας. Εν όψει λοιπόν της νίκης, και όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν έβλεπε την εξουσία να πλησιάζει, το επικοινωνιακό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη φιλοτεχνεί εδώ και καιρό μια κολακευτική αυτοπροσωπογραφία.
Υπενθυμίζω τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της: η Νέα Δημοκρατία, μας λένε, είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα σύγχρονο και ανοιχτό σε νέες ιδέες, απαλλαγμένο από τις ιδεολογικές εμμονές του παρελθόντος, ένα κόμμα ορθολογικό που δεν θα παραμυθιάσει τον κόσμο όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, με σαφείς αρχές και προτεραιότητες, διατεθειμένο να παραβλέψει το πολιτικό κόστος που θα του επιβάλουν οι διάφοροι οπισθοδρομικοί, είτε αυτοί βρίσκονται στα δεξιά του είτε στα αριστερά του.
Δεν θεωρώ καθόλου απίθανο ο Κυριάκος Μητσοτάκης να τα πιστεύει όλα αυτά. Ωστόσο, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τους πολιτικούς, ο λόγος του δεν περιγράφει μια υπάρχουσα κατάσταση αλλά μια κατάσταση που θα ήθελε να υπάρξει. Οσο ειρωνικό και να ακούγεται, κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Αλέξη Τσίπρα.
Οντως ήθελε να σκίσει τα μνημόνια και να ‘ταν μέρα μεσημέρι, αλλά τελικά διαπίστωσε ότι η πραγματικότητα με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπος δεν του το επέτρεψε.
Νομίζω λοιπόν ότι το Μακεδονικό θα ανασύρει στην επιφάνεια ένα πρόσωπο της Κεντροδεξιάς εντελώς διαφορετικό από την επίσημη εικόνα της. Πιο συγκεκριμένα, η αντίδραση ψηφοφόρων αλλά και στελεχών της πολύ απέχει από το κολακευτικό πορτρέτο που επί μήνες προσπαθεί η Πειραιώς να πλασάρει.
Η παρουσία βουλευτών της στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης με τους παπάδες και τους απόστρατους και διάφορες δηλώσεις, όπως εκείνη του Αντώνη Σαμαρά ότι είναι υπερήφανος για τον ρόλο που έπαιξε, το αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία.
Σε κάποια, μη σημαντικά, έχει δίκιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ αξιώνει εθνική ομοψυχία ενώ φαίνεται απρόθυμος να ενημερώσει την αντιπολίτευση, από την οποία όμως περιμένει να τον ξελασπώσει, διότι οι ΑΝ.ΕΛΛ. δηλώνουν αντίθετοι σε οποιονδήποτε συμβιβασμό για το όνομα και χωρίς αυτούς δεν υπάρχει κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή η Νέα Δημοκρατία αρνείται να πάρει σαφή θέση ή, ακόμα χειρότερα, διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό που συστηματικά και μετ’ επιτάσεως καταλογίζει στον ΣΥΡΙΖΑ.
Με αφορμή το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι όχι μόνο σέβεται τις ευαισθησίες των Μακεδονομάχων –μέχρι εδώ ας δεχτούμε ότι όφειλε να πει κάτι τέτοιο– αλλά τις συμμερίζεται. Αν τις συμμερίζεται όμως γιατί δεν πήγε κι αυτός με ολόκληρη την Κοινοβουλευτική Ομάδα στο συλλαλητήριο;
Φυσικά όλοι ξέρουμε την απάντηση: Η Νέα Δημοκρατία είναι κόμμα εξουσίας, δηλαδή πολυσυλλεκτικό, το οποίο οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες αντίθετες τάσεις. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά πάσα πιθανότητα προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και ταυτόχρονα να αποφύγει την ενδυνάμωση της λεγόμενης «λαϊκής Δεξιάς».
Για να το πετύχει όμως θα αναγκαστεί να αναιρέσει την εικόνα που εκείνος καλλιέργησε όταν ανέλαβε την ηγεσία. Η σύγχρονη Κεντροδεξιά υποτίθεται ότι δεν αναπαράγει τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, δεν χαϊδεύει αυτιά α λα ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγει την ασάφεια όταν αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, ούτε φοβάται το πολιτικό κόστος.
Κι αν κάποιος ισχυριστεί ότι είναι μάλλον άδικο να περιμένουμε τόσο πολλά και δύσκολα από τη Νέα Δημοκρατία, αντίλογος υπάρχει: αυτά ακριβώς δεν υπόσχεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Οπως και στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, το σκάνδαλο είναι το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτά που λέγονται κι αυτά που πράττονται.
Κι επειδή, όταν πρόκειται για σημαντικές αλλαγές σε καθεστώτα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν μπορούμε να επικρίνουμε μόνο την κυβέρνηση ή τα κόμματα αγνοώντας εκείνους που τους ψηφίζουν, έρχεται η στιγμή να τεθεί το εξής άβολο ερώτημα: Δεν είναι από δύσκολο μέχρι αδύνατο να αμφισβητούμε και να θέλουμε να αλλάξουμε τις βασικές αξίες και πεποιθήσεις εκείνων που τους παρακαλάμε να μας ψηφίσουν;
Ετσι εξηγείται ίσως και η τάση των πολιτικών που λέγαμε προηγουμένως να παρουσιάζουν ως πραγματικότητα κάτι που δεν υπάρχει.
Μήπως λοιπόν, όταν πρόκειται για προβλήματα όπως το Μακεδονικό, θα πρέπει να σκεφτούμε το πώς μας έμαθαν να σκεφτόμαστε το ποιοι είμαστε, ποιες είναι οι αξίες και οι πεποιθήσεις μας, δηλαδή να αναλογιστούμε την επίσημη και γενικά κυρίαρχη νεοελληνική εθνική ιδεολογία;
