Του Αντώνη Λιάκου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα διχαστικά διλήμματα όπως στις αρχές της κρίσης; Δύσκολα θα το υποστήριζε κανείς. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική πόλωση κρατιέται στα ύψη. Γιατί; Στο διάστημα των χρόνων της κρίσης, παρέες, κοινότητες σκέψης, συλλογικότητες διαλύθηκαν και ανασυντέθηκαν σε διαφορετικούς σχηματισμούς. Και δεν ήταν τόσο οι προγραμματικές διαφορές, όσο η σταδιακή, αντιφωνική διεύρυνση των αντιπαλοτήτων.

Ο διχαστικός λόγος αποδίδεται σχεδόν πάντα στον άλλον, ακόμη και με διχαστικό τρόπο. Αυτόν τον καινούργιο διχασμό δεν τον μαρτυρούν μόνο τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και ο ακραίος λόγος της εσωτερικής τους αρθρογραφίας, ούτε η ανθρωποφαγία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ενδειξη είναι επίσης το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τα βιβλία που αφορούν τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο πόλεμο.

Είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε χώρες λίγο-πολύ ειρηνικές να εξελίσσονται σε πεδία εσωτερικών αναμετρήσεων. Μήπως θα μπορούσε ενδεχομένως να σκεφτεί κάποιος παρόμοια ενδεχόμενα και για την Ελλάδα; Μεγάλες καμπές στην Ιστορία της, όπως ο Α’ και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κατέληξαν σε εμφύλιο και διχασμό. Ακόμη και η Επανάσταση του 1821 κατέληξε σε εμφύλιο. Μήπως υπάρχει κάποιο είδος «ελληνικού πολιτισμικού προτύπου», το οποίο είναι διχαστικό και αναβιώνει κάθε φορά που υπάρχουν κρίσεις, στροφές στην Ιστορία της χώρας;

Οι σκέψεις αυτές παρακίνησαν μια ομάδα ψυχαναλυτών, ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων να θέσει το πρόβλημα της παρουσίας του εμφυλίου στην ενδοψυχική πραγματικότητα και της επίδρασής του στη διαμόρφωση της αντίληψης του περιβάλλοντος με συγκρουσιακούς όρους. Με λίγα λόγια, να απαντήσουν στο ερώτημα αν και πώς ο εμφύλιος έχει σφραγίσει τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές μας.

Οι εμφύλιοι είναι από τις πολύ ισχυρές εμπειρίες. Δεν είναι το μίσος προς τον άγνωστο άλλο, αλλά η διαδικασία διάσπασης της κοινότητας. Δεν είναι μόνο ο θάνατος, ο εγκλεισμός και ο ξεριζωμός, αλλά και το τραύμα της ταπείνωσης και η βασανιστική αλλά ατελέσφορη αναδρομική αναζήτηση νοήματος. Στον εμφύλιο βιάζονταν γυναίκες μπροστά στις οικογένειές τους, κομμένα κεφάλια περιφέρονταν με νταούλια στα χωριά, άνδρες αναγκάστηκαν να αποκηρύξουν τον εαυτό τους ενώπιον των συντοπιτών τους, οικογένειες έζησαν για χρόνια στην ντροπή και τη σιωπή.

Ολα αυτά πέρασαν προφανώς από τη μια γενιά στην άλλη και οι ψυχαναλυτές μπορούν να συναντήσουν τα ίχνη τους αναλύοντας τις περιγραφές ονείρων των συγχρόνων μας. Και βέβαια παλιές ισχυρές εμπειρίες, ακόμη κι αν δεν είναι βιωμένες αλλά μαθημένες, ανακαλούνται όταν καινούργιες εμφανίζονται ως απειλές. Η χρήση ιστορικών αναλογιών ήταν καταφανής στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Οι Γερμανοί τού σήμερα και του πολέμου, όροι όπως «γερμανοτσολιάδες», η ανάκληση του εθνικοαπελευθερωτικού πνεύματος, η επανεμφάνιση του εμφυλιοπολεμικού αντικομμουνισμού. Ολα αυτά λειτουργούν συνειρμικά. Λειτουργούν όμως και επιλεκτικά ως μεταφορές που δανείζουν το νόημα και το συγκινησιακό τους φορτίο.

Ωστόσο, παράλληλα με τη διαγενεακή μεταφορά των τραυμάτων, υπήρξε και η επεξεργασία στο μεταξύ διάστημα. Η συμβολική χειραψία του Βαφειάδη με τον Τσακαλώτο, ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων από το ΠΑΣΟΚ, η κοινή κυβέρνηση Ν.Δ.-ΚΚΕ το 1989 δεν λειτουργούσαν προς την υπέρβαση του εμφυλίου; Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως το δραματικό καλοκαίρι του 2015 πήρε υπόψη του τα μαθήματα από την εκλογική αποχή του 1946, ακόμη και χωρίς ρητές αναφορές στο γεγονός.

Πράγμα που σημαίνει ότι η επεξεργασία της εμπειρίας του εμφυλίου έχει μπει στο habitus των αριστερών αλλά και των άλλων κομμάτων, τουλάχιστον του συνταγματικού τόξου. Αν συνυπολογιστούν η πλούσια αναστοχαστική ποίηση και λογοτεχνία, από τον Αναγνωστάκη και τον Πατρίκιο ώς τον Αρη Αλεξάνδρου κ.ά., καθώς και οι πρόσφατες ιστορικές μελέτες που δεν αναπαράγουν ούτε την κουλτούρα των ηττημένων, ούτε των νικητών, μήπως ο υπερτονισμός της επιβίωσης του εμφυλίου στον σύγχρονο νεοελληνικό ψυχισμό είναι ένας φόβος που προκύπτει από τη συγκρουσιακή διάθεση της εποχής μας, περισσότερο από το παρόν και λιγότερο από το παρελθόν;

Υπάρχουν υποτροπές; Η Ισπανία υπήρξε παράδειγμα βελούδινης μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία, 1975-1982. Κι όμως, στις αντίστοιχες με τις δικές μας διαδηλώσεις των πλατειών το 2011, επανήλθαν έντονα η μνήμη και οι αναφορές στον εμφύλιο του 1936. Ακόμη περισσότερο, η ανασκαφή ομαδικών τάφων εκτελεσμένων δημοκρατικών επανέφερε όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης. Ουδείς λοιπόν είναι ασφαλής από το παρελθόν. Ποιος λ.χ. θα φανταζόταν ότι το πνεύμα του αμερικανικού εμφυλίου θα ξυπνούσε φέτος το καλοκαίρι στις Πολιτείες του Νότου;

Συμπερασματικά, οι σύγχρονες αναφορές στον εμφύλιο μπορεί να προέρχονται από μακρινά βιώματα, μπορεί όμως να πρόκειται για δάνεια σχήματα λόγου που εκφράζουν σύγχρονες εμπειρίες. Το πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε την πολλαπλότητα και το πολύτροπο των σχέσεών μας με το παρελθόν. Γιατί το παρελθόν δεν είναι κάτι συμπαγές, εδραιωμένο μέσα μας. Είναι θρυμματισμένο και τα θραύσματά του είναι που μας κυνηγούν. Και τα θραύσματα-φαντάσματα του παρελθόντος περιίπτανται αναλόγως των ανέμων του παρόντος.

* ιστορικός, Πανεπ. Αθηνών