Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «Κεντροαριστερά» υπήρξε, λίγο πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ευκρινές τμήμα της Ενωσης Κέντρου. Ακριβέστερα, κατά τη δεκαετία του ’60 στη χώρα μας είχε επισφραγισθεί πλήρως η διεργασία απογραφής σοσιαλιστών χωρίς Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Η πολυσυλλεκτική -τόσο στη σφαίρα των στελεχών όσο και στη λαϊκή της βάση- Ενωση Κέντρου το υποκαθιστά ως προς το ένα μέρος της πολιτικής της, με διαφαινόμενη αποτελεσματικότητα ως προς την αναδιάταξη των θεσμών που παγιώθηκαν από την εποχή του εμφυλίου πολέμου.

Ολιγάριθμες σοσιαλιστικές ομάδες, με ετερογενή αφόρμηση και σταδιοδρομία, συνέκλιναν στη «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ενωση» (1963), επιδιώκοντας να καταδείξουν την αυτοδυναμία τους ανάμεσα από τις συμπληγάδες της ΕΔΑ και της Ενώσεως Κέντρου.

Προσδοκούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο στο εγχείρημα «σύγκλισης» Ανατολής και Δύσης που θα απορρίπτει τον «κρατικό απολυταρχισμό του Σταλινισμού», όπως έγραφε το 1965 ο Στρ. Σωμερίτης.

Ο τρόπος, πάντως, της κομματικής αυτής στέγασης των σοσιαλιστών στους κόλπους πρώτιστα της Ενώσεως Κέντρου και στη Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ενωση δευτερευόντως, θα προκαθορίσει τη φυσιογνωμία και τη δυναμική των οικείων μεταπολιτευτικών σχημάτων που θα ονομασθούν αντίστοιχα «Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα» (ΠΑΣΟΚ) και «Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού» (ΚΟΔΗΣΟ).

Την «Κεντροαριστερά» εξέφρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου, μορφοποιώντας μια δυναμική τάση (βλ. το άρθρο του: «Το μέλλον της Ελλάδος», Το Βήμα, 26 και 27-6-1966), με ερείσματα στον αρτισύστατο «Ομιλο Παπαναστασίου» και στους συνεργάτες του περιοδικού «Νέα Οικονομία».

Στο περιοδικό «Νέοι Δρόμοι» (αρ. 1, Δεκέμβριος 1966) ο «Ανδρέας» (όπως ονομάζεται πια με το μικρό του όνομα) διευκρινίζει ότι «αυτή τη φορά ο αγώνας για τη λαϊκή κυριαρχία πήρε βάθος ιδεολογικό, στηρίχθηκε σε μια βαθειά και ώριμη κατανόηση της διαρθρώσεως των πολιτικών δυνάμεων της χώρας και του ελληνικού προβλήματος».

Στη συνέχεια, στο πλαίσιο του «Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος» (ΠΑΚ), οι διαπιστώσεις αυτές θα αφορούν τη διεκδίκηση της «νέας ελληνικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας», με θεμελιώδεις άξονες την «εθνική ανεξαρτησία», τη «λαϊκή κυριαρχία», την «κοινωνική δικαιοσύνη» και τη «δημοκρατική διαδικασία».

Στο σκηνικό της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ, ως μετεξέλιξη και αποσαφήνιση του περιγράμματος της «Κεντροαριστεράς» (ο όρος είχε πια οστρακισθεί), ώς την εκλογική του επιτυχία το 1981 και την άνοδό του στην κυβερνητική εξουσία, κάλυψε βαθμιαία ολόκληρο το «Κέντρο», απορροφώντας τα ηγετικά του στελέχη ή απλώς συνεργαζόμενο μ’ αυτά (Γ. Μαύρος, I. Ζίγδης κλπ.) και ωθώντας ένα τμήμα του προς τη Δεξιά.

Βέβαια, κάθε φορά σε ένα ρευστό και δυναμικό πολιτικό πεδίο, εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι ο τρόπος συνεπαφής με τις όμορες πολιτικές δυνάμεις και της αμοιβαίας αναγνώρισης των ιδιαιτεροτήτων τους.

Για παράδειγμα η ΕΔΑ, πριν και μετά τη σύμπηξη της Ενώσεως Κέντρου, με το πρόγραμμα της «εθνικής δημοκρατικής αλλαγής» έθετε το πρόβλημα της «εθνικής αστικής τάξης» και των πολιτικών της εκπροσώπων.

Είχαν μεσολαβήσει συμπράξεις της ΕΔΑ, σε δημοτικές ή κοινοβουλευτικές εκλογές, με κεντρογενή κόμματα, τα οποία στην «κοινωνική τους ουσία», ως εκφραστές των «μικροαστικών και των μεσαίων στρωμάτων», διαθέτουν «θετικά και αρνητικά στοιχεία για τη δημοκρατική αλλαγή».

Στη σημερινή συγκυρία, που επανέρχεται μάλιστα το ζήτημα της «μεγάλης Κεντροαριστεράς», η σχετική ρητορεία που ενέχει συχνά τα στοιχεία μιας βραχύκαυστης εκτόνωσης δεν εμποδίζει τη σκιαγράφηση του ζητούμενου: δηλαδή την αποσαφήνιση των σχέσεων του ΠΑΣΟΚ τόσο με την απαρχή του όσο και με τη διαδρομή του.

Τέσσερις είναι οι κυριότερες ιστοριογραφικές προσπελάσεις που δεν παραγκωνίζουν και τον πολιτικό τους προσανατολισμό.

1) Οι πολιτικοί της «Κεντροαριστεράς» και οι θεωρητικοί τους «συνήγοροι» απεμπολούν από το πεδίο τους τον «εθνολαϊκισμό» για τον προσγράψουν «δεξιά» και ιδίως «αριστερά» τους, μήπως και οι ίδιοι εμφανισθούν ως «αμώμητοι» από κάθε κυβερνητική επιλογή που τους βαραίνει.

2) Η ανάδειξη του «αρχηγικού θεσμού» («Αντρέας») και η επίτευξη ενός πολιτικά δραστικού «λαϊκισμού» που συνενώνει την αντίθεση προς τη «Δεξιά» με την επιθυμία για «Αλλαγή» (βλ. Α. Ελεφάντης, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991).

3) Η διερεύνηση του τρόπου μετάβασης από το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (ΠΑΚ) σε κυβερνητικό κόμμα. Σε ποιο βαθμό η διεκδίκηση της «νέας ελληνικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας» (Στόχοι του αγώνα, Νοέμβρ. 1973), κατέστη εφικτή.

4) Η πανεπιστημιακή μελέτη, από το Λονδίνο ώς την Ottawa, με διδακτορικές διατριβές (1984,1985) που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στους όρους συγκρότησης ενός ακόμη κόμματος κυβερνητικής εξουσίας, το οποίο βαθμιαία γνωρίζει τα εγχώρια και τα διεθνή όρια άσκησης της πολιτικής του.

Η εύκολη όμως αποτίμηση να οδηγεί σε αποφάνσεις, όπως «ο Αντρέας δεν ήταν ψεύτης» ή ότι η «Χρυσή Αυγή αντιγράφει τον Αντρέα της δεκαετίας του 1970»…

*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων