Ο Σπύρος Ασδραχάς (1933-2017) πριν από λίγες ημέρες ετάφη στη Λευκάδα. Ημουνα στο Δημοτικό (βλ. Προστρίψεις, 2008:460) όταν έπεσαν στα χέρια μου (1957) τα πρώτα τεύχη των Απομνημονευμάτων του στρατηγού Μακρυγιάννη, με επιμέλεια του κατοπινού φίλου, και στη συνέχεια η Επιθεώρηση Τέχνης και οι Εποχές.
Ενώ από το 1976 ανέτρεχα στον «Βιβλιογραφικό Οδηγό» που συνοδεύει την ελληνική μετάφραση του έργου του Ν. Σβορώνου: Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Κατά την εκπαιδευτική μου άδεια στο Παρίσι (1987/1988) τον αντικαθιστούσα, όταν έλειπε, στο μεταπτυχιακό του μάθημα (Université de Paris I, Panthéon-Sorbonne). Στη συνέχεια, σε ό,τι αφορούσε τον Λ. Βρανούση και ιδίως τον Ν. Σβορώνο, είχα τη συνδρομή του (βλ. Κόμβοι, 2006: 67,413,429·
«Αριστερά» και «στίβος»· 2016: 341/342,344,345), συγκρατώντας την εξομολόγησή του (Βίωση και καταγραφή του οικονομικού, 2007:22) ότι «είναι αντίθετος του έωλου θεωρητικού λόγου». Προφανώς συνυπάρξαμε σε σειρά συνεδρίων, στην Αθήνα και τη Λευκάδα (από το 1982), καθώς επίσης συνεργασθήκαμε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, στα ΑΣΚΙ και το περιοδικό «Τα Ιστορικά».
Αδυνατώ να μην προσθέσω τη «συμπαρουσία» του στην αποτροπή της «καύσης των φακέλων» (Ιούλιος 1989), τη συνυπογραφή στο κείμενο των «169» για το «Μακεδονικό» (Μάιος 1992), στο ζήτημα των «ταυτοτήτων» (2000), στην κινητοποίηση να αποκρουσθεί ο διασυρμός (2011) του Ν. Σβορώνου που όμως «πίστευε στη γνωστική αυτοδυναμία της ιστορίας» ή της «”οντολογικής” ιστορίας» (Υπομνήσεις, 2014:167) καθώς επίσης στην ανάγκη συγκρότησης ενός «Εθνικού Αριστερού Μετώπου» («Η Αυγή», 19.2.2012).
Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να ανασυγκροτήσω τις απόψεις του για την ιστορία του «Νέου Ελληνισμού», αφού πρώτα σταθώ σε ορισμένες θέσεις που διατυπώνει αναστοχαστικά για το έργο του. Πρόκειται για την επιμονή του στα «απεικάσματα της οντικής ιστορίας», μέσω «διανοητικών εργαλείων» για την «κατανόηση της ιστορίας ως οντολογίας». Ετσι διασφαλίζεται η «αποπαγίδευση» από «διανοητικές κατασκευές για την ιστορία που τυχαίνει να παίρνουν την αφορμή τους από φαλκιδευμένες προκείμενες». Σε κάθε περίπτωση η «διεύρυνση του ιστορικού προβληματισμού» προϋποθέτει τη «διεύρυνση των πηγών» (Υπομνήσεις, 2014:13,14,34).
Με ποια θεωρητική και μεθοδολογική σκευή θα μπορούσε να συγγραφεί μια «ιστορία του νέου Ελληνισμού» ή της «Νεότερης Ελλάδας», από το 1770 ώς το 2000; Με την αρχική παραδοχή ότι κάθε «χρονολογική τομή στον ιστορικό χρόνο, αν δεν είναι αυθαίρετη είναι ασφαλώς συμβατική», το «αφετηριακό χρονικό σημείο», το έτος 1770, δεν είναι ούτε «ασήμαντο» ούτε «δευτερεύον».
Ευθύς αμέσως διατυπώνεται η υπόμνηση ότι η προτεινόμενη «χρονολογική τομή» δεν συνιστά μια «νέα δεσμευτική πρόταση για την περιοδολόγηση της ελληνικής ιστορίας γενικότερα», ακριβώς για να μην πειθαρχήσουν οι συνεργάτες του συλλογικού εγχειρήματος (Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Προλογικό σημείωμα», στο: Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, Α’, Αθήνα 2003, 9-14).
Ετσι ο Σπύρος Ασδραχάς, στην εισαγωγή του, «με τις αναφορές στα γενικότερα χαρακτηριστικά της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (1453-1770)», ανατρέχει σε μιαν άλλη «συμβατική ιστορική τομή» (1453) που όμως εμφανίζεται «καίρια για την ιστορία των λαών που εμπλέχτηκαν στις νέες συνθήκες της “τελικής” οθωμανικής κατάκτησης» («Εισαγωγικά. Τουρκοκρατία-Λατινοκρατία. Οι γενικοί χαρακτήρες της ελληνικής ιστορίας, 1453-1770», ό.π., 17-38).
Κι αν βέβαια δεν ετέθη «υπό διαπραγμάτευση» η «ανεξαρτησία γνώμης» των συνεργατών της «σπονδυλωτής ιστοριογραφίας», ο πρώτος λοιπόν από τους συγγραφείς θα πραγματευθεί τους «γενικούς χαρακτήρες της ελληνικής ιστορίας» των ετών 1453-1770, ήτοι της περιόδου της «Τουρκοκρατίας-Λατινοκρατίας». Ενδιαφέρον έχουν οι θεωρητικές προδιαγραφές αυτής της Εισαγωγής.
Ετσι αν η αντίληψη για τη «νεοελληνική ιστορία είναι εθνοκεντρική», με υποκείμενό της το «ελληνικό έθνος», αυτό είχε εκληφθεί ως «μία διηνεκής και συγχρόνως ανασηματοδοτούμενη» («γεωγραφικά, πολιτειακά, πνευματικά και θρησκευτικά, γενικώς πολιτισμικά») μέσα στον χρόνο «οντότητα». Ειδικότερα, το «υποκείμενο της νέας ελληνικής ιστορίας» είναι «αρχικώς η κατακτημένη ελληνική εθνότητα» και μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους οι πολίτες του καθώς και η «εκτός ελληνικού κράτους ελληνική εθνότητα».
Ποιες «πραγματικές καταστάσεις» εντάσσει στην οπτική της, με τρόπο βέβαια «μεθερμηνευτικό», η εκ των «υστέρων ιστοριογραφική κατασκευή»; Το «υποκείμενό» της που «διαμορφώθηκε σε νέα ελληνική εθνότητα» είναι αυτό που «δημιούργησε μέσω μιας εθνικής επανάστασης ένα εθνικό κράτος», δηλαδή λειτουργώντας μέσα στο «σύστημα της κατάκτησης» και σφυρηλατώντας την «εθνική του ιδιοπροσωπία».
Τα υποκείμενα της «νέας ελληνικής ιστορίας», που αυτοκαθορίζονταν ως «Ρωμαίος» και «γένος» (όπως και ο όρος «Ελληνισμός» που δεν δήλωνε μια «κατάσταση», αλλά «περισσότερο» μια «διαδικασία εξελληνισμού»), αντιμετωπίσθηκαν «προνομιακά» ως υποκείμενα «εξεγέρσεων» εναντίον των Οθωμανών, χωρίς δηλαδή να μελετώνται οι διεργασίες «ενσωμάτωσης των κατακτημένων».
Η αποκατάσταση της «ιστορικότητας» που απώλεσε η «μεθερμηνεία» των υποκειμένων της «νέας ελληνικής ιστορίας» λαμβάνει υπόψη τις «αντιφάσεις» του «συστήματος της κατάκτησης», δηλαδή τις «διάφορες μορφές ανταρσίας» που με τον «φθίνοντα 18ο αιώνα ενσωματώθηκαν σε μια δημοκρατική και εκ των πραγμάτων εθνική επαναστατική ιδεολογία» (βλ. και Ιστορικών και φιλοσόφων έλεγχος, 2008:49-52).
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
