Η διαδικασία ανάδειξης ηγεσίας στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας επαναφέρει τον απόηχο των εντάσεων που εκδηλώθηκαν εναντίον της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης κατά το έτος 2016. Σήμερα όμως έχουμε μια πραγματικότητα.
Οι δικηγόροι κλήθηκαν να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές για το έτος 2017 με βάση τα εισοδήματα του 2015. Τότε δεν ήταν ακόμα γνωστό το νέο ασφαλιστικό. Επομένως δεν υπήρχε σκοπιμότητα, όπως λέγεται, να αποκρύψουν οι δικηγόροι εισοδήματα προκειμένου να καταβάλουν χαμηλότερες εισφορές.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα πλέον στο μηχανογραφικό σύστημα στοιχεία, το 70% των δικηγόρων δήλωσε για το έτος 2015 καθαρό φορολογητέο εισόδημα έως 7.000 ευρώ. Δηλαδή καταβάλλει την κατώτατη εισφορά. Ωστόσο, το 18,4% των δικηγόρων δεν καταβάλλει ούτε ένα ευρώ. Διότι αφαιρούνται οι εισφορές που καταβάλλονται με τα γραμμάτια προείσπραξης.
Οσα λέγονταν καθ’ όλο το 2016, κατά τη διάρκεια της μακράς αποχής των δικηγόρων, με ανυπολόγιστο οικονομικό κόστος για τους ίδιους, θα πρέπει να οδηγήσουν σε περισυλλογή για την προοπτική που διανοίγεται τώρα με αφετηρία τις εκλογές στους Δικηγορικούς Συλλόγους.
Ιδίως όταν σημαντικότατες θεσμικές παρεμβάσεις για τους δικηγόρους, όπως η αποσύνδεση της ιδιότητας από την ασφάλιση, οι εκπτώσεις στις εισφορές, οι ειδικές προβλέψεις για τους νέους κάτω της πενταετίας δικηγόρους, ο συμψηφισμός οφειλόμενων εισφορών με την παρακράτηση από γραμμάτια προείσπραξης, δεν ήταν παράγωγο αποτέλεσμα της αδιάλλακτης στάσης που επέλεξαν οι τότε εκπρόσωποι του κλάδου.
Αυτή η μαρτυρία αποτελεί συμβολή στον γόνιμο παραγωγικό διάλογο που πρέπει να διεξάγεται σε τέτοιες περιστάσεις. Για την ισχυροποίηση του δικηγορικού λειτουργήματος, αποτελεί υποχρέωση η αναζήτηση θετικών προσαρμογών, βελτιωτικών αλλαγών της κλίμακας εισφορών. Για να ανατρέψουν αναντίστοιχες προς την πολιτική μας στόχευση συνέπειες. Τα επιτεύγματα που σημειώνονται αυτή την περίοδο στην κοινωνική ασφάλιση θα παράσχουν τη δυνατότητα για την ικανοποίηση τέτοιων προσδοκιών.
* Yφυπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
