Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος, μοναχός του… Κάθε ανθρώπου ο θάνατος λιγοστεύει εμένα τον ίδιο, γιατί είμαι ένα με την Ανθρωπότητα» έγραψε ο Τζον Νταν, περιγράφοντας, σε μια φορτισμένη από ό,τι μας στοιχειώνει κι ό,τι μας δυναμώνει φράση, τον θάνατο και την αθανασία μαζί.

Εμαθα τον θάνατο του Λουκά Θεοχαρόπουλου, παλιού στελέχους του Κέντρου Σοσιαλιστικών Μελετών επί προεδρίας του αείμνηστου Αντώνη Δροσόπουλου και δοκιμιογράφου σε διάφορα περιοδικά λόγου και τέχνης, από την ποιήτρια Φλώρα Ορφανουδάκη.

Οπως όλοι σχεδόν οι σημαντικοί τεχνίτες της γραφής έξω από την επίσημη κρατική πολιτιστική ελίτ, ο Λουκάς, με την ευρυμάθεια και την καλοσύνη του, αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα ανθρώπου που παρά τα προβλήματα υγείας του εξακολουθούσε να καταθέτει λέξεις όπως άλλοι κατέθεταν χρήματα. Με εμμονή, με μια χαρά παιδιάστικη, με την αίσθηση πως αυτό, όταν σκαλίζεται στον γρανίτη κάθε συνείδησης που αρνείται να απονεκρωθεί κι επιμένει να παρεμβαίνει, μας μεγαλύνει ως μέλη ενός συνόλου που πορεύεται πάντα, ακόμη κι όταν δείχνει να σταματά. Σαν τη Ζωή.

Δεν συμφωνούσαμε πάντα με τον Λουκά. Ημασταν δηλαδή πραγματικά χρήσιμοι ο ένας για τον άλλον.

Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ήταν τυχαίο πως την πρώτη φορά που γνώρισα τον Λουκά μιλήσαμε για τον Τζορντάνο Μπρούνο μέσα από το αφιέρωμα που ο Μάκης Αποστολάτος ετοίμαζε για την «Ομπρέλα» της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων.

Ο Λουκάς αγαπούσε τον Μπρούνο, αυτόν τον καιόμενο πυρσό που κάηκε από, μα και φώτισε (ως προπομπό όλων των άλλων) τον θρησκευτικό ολοκληρωτισμό/σκοταδισμό.

Ο Μπρούνο, όπως καταθέτει σε ένα από τα υστερόγραφά της η Ιστορία, έγραψε στο Παρίσι εκείνη την κωμωδία που με τόση αγάπη πρωτοαναφέρει ο Κανελλόπουλος στην Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος. Τον Candelato, τον «Λαμπαδηφόρο».

Στις σελίδες του ο ήρωας τα βάζει με την ελαφράδα των «βαρύτιμων» υλικών που συσσωρεύουν οι επιτυχημένοι αποτυχόντες κάθε κίβδηλης ιεραρχίας, αντιπαραθέτοντας τη βαρύτητα των άυλων λέξεων. Προχωρά μες στο σκοτάδι με τη λαμπάδα και φωτίζει τα κλειστοφοβικά στενά.

Σκέφτομαι τώρα πόσο οι άνθρωποι σαν τον Λουκά, άνθρωποι που μας μαθαίνουν πράγματα μέσα από τους μοναχικούς τους αγώνες, αποτελούν αυτό ακριβώς.

Κομμάτια του παλίμψηστου μιας φύσης που αρνείται να αποδεχθεί «ήσυχα» το σκοτάδι και διαρκώς «οργίζεται που χάνεται το φως» (Ντίλαν Τόμας).

Κι αν βάδισαν στο ημίφως κρατώντας με το κυρτό μπόι τους τη μικρή τους λαμπάδα, την «κατάθεσή τους», ισχύει και γι’ αυτούς ό,τι ισχύει μονάχα για τους προγόνους, τους/τις αγαπημένους/ες και τους/τις φίλους/ες μας: Ζούμε γιατί έζησαν και παραμένουν ζωντανοί γιατί θα ζήσουμε. Οσο ζήσουμε.