Παναγιώτης Κουστένης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναμφίβολα, στον α’ γύρο εκλογής αρχηγού για τον νέο φορέα της Δημοκρατικής Παράταξης, η συμμετοχή 210.000 ψηφοφόρων (τετραπλάσιων από όσοι στη διαδικασία για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το 2015 και των μισών περίπου από την αντίστοιχη της Ν.Δ. το 2016) θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία.

Το πλήθος των συμμετεχόντων άλλωστε ισοδυναμεί με το 37,3% του αθροίσματος των ψήφων των δύο τυπικά συμμετεχόντων κομμάτων (560 χιλιάδες σε ΔΗΣΥ και Ποτάμι) τον Σεπτέμβριο του 2015, ποσοστό ανώτερο από όλες τις άλλες ανοιχτές αναμετρήσεις για την εκλογή αρχηγού κομματικού σχηματισμού μέχρι τώρα.

Βεβαίως ένας παράγοντας που οδήγησε στην αυξημένη αυτή συμμετοχή είναι η χρονολογική του τοποθέτηση στο μέσο της τετραετίας, σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες παρόμοιες ανταγωνιστικές αναμετρήσεις που κατά κανόνα διεξάγονται μετά από βουλευτικές εκλογές ως συνέπεια του (αρνητικού) αποτελέσματός τους για το εκάστοτε κόμμα.

Και μάλιστα μίας τετραετίας ουσιαστικά χωρίς εκλογές β’ τάξης στο ενδιάμεσο (οι ευρωεκλογές είναι προγραμματισμένες τον Μάιο του 2019, μόλις 4 μήνες πριν από το τυπικό τέλος της), έτσι ώστε να μην υπάρχει άλλη ευκαιρία έκφρασης δυσαρέσκειας μέσα από μία μαζική εκλογική διαδικασία. Είναι λοιπόν λογικό η αυξημένη αυτή συμμετοχή να ερμηνεύεται και ως μήνυμα δυσαρέσκειας με αποδέκτη τη σημερινή κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία (όπως δημοσιεύθηκαν στο dpekloges.gr), φαίνεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία (πάνω από 80%) προέρχεται από τους ψηφοφόρους των δύο κομμάτων, καθώς στις κάλπες της περασμένης Κυριακής υπολογίζεται ότι προσήλθαν περίπου το 40% της βάσης της ΔΗΣΥ και το 20% του Ποταμιού.

Ο διαφοροποιημένος αυτός βαθμός συμμετοχής ερμηνεύει εν πολλοίς τόσο τα μεγέθη, όσο και την δομή του αποτελέσματος (π.χ. το 63% των συμμετεχόντων είναι άνω των 55 ετών), αφού τα δύο κόμματα με βάση το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα και τα exit polls απευθύνονται σε συμπληρωματικά, σχεδόν αντίθετα μεταξύ τους κοινά.

Η ΔΗΣΥ σε ανώτερες ηλικίες (άνω των 55 ετών, σε πλειοψηφικά ανδρικό κοινό και σε μεσαία ή μικροαστικά στρώματα μεσαίου ή χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με έμφαση στην επαρχία, το Ποτάμι σε νεότερες ή μεσαίες ηλικίες, ελαφρώς περισσότερο σε γυναικείο κοινό, σε μεσοαστικά ή και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, υψηλού μορφωτικού επιπέδου (του υψηλότερου από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα) και με πολύ ισχυρότερα ποσοστά στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη (βλ. και άρθρο του γράφοντος «Η κοινωνική βάση της σημερινής Κεντροαριστεράς», στην «Αυγή» της 12/11/2017).

Πράγματι, η μαζική αυτή προσέλευση των πρώην ψηφοφόρων της ΔΗΣΥ ήταν που εξασφάλισε την πρωτιά στη Φώφη Γεννηματά (η οποία εκτιμάται ότι έλαβε σχεδόν το 60% της κομματικής της βάσης), με τα ποσοστά της να υπερβαίνουν το 50% σε Δυτική Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα και Κεντρική Μακεδονία (εκτός Θεσσαλονίκης), αλλά να είναι εμφανώς χαμηλότερα στα εκλογικά κέντρα των αστικών περιοχών, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο απόλυτα την εκλογική γεωγραφία της ΔΗΣΥ (υπό την αίρεση ότι στην εν λόγω αναμέτρηση ο τόπος συμμετοχής δεν συμπίπτει απόλυτα με τον τόπο των εκλογικών δικαιωμάτων ή ακόμα και με αυτόν της κατοικίας, στοιχείο που προφανώς σχετικοποιεί όλα τα αντίστοιχα ευρήματα, χωρίς όμως να παύει να παρέχει ενδιαφέρουσες ενδείξεις).

Τέλος, εντελώς διαφοροποιημένα είναι τα ποσοστά της Φ. Γεννηματά στις περιοχές-ζώνες της πρωτεύουσας, λαμβάνοντας ελάχιστα πάνω από 25% στις μεσοαστικές περιοχές των βορειοανατολικών προαστίων, αλλά αγγίζοντας το 50% στις παραδοσιακά λαϊκές και εργατικές συνοικίες της Δυτικής Β’ Αθηνών και της Β’ Πειραιώς, με ζωντανά ακόμα υπολείμματα του κομματικού μηχανισμού (παρότι σε αυτή την τελευταία ζώνη παρατηρείται και το χαμηλότερο επίπεδο συμμετοχής στο Λεκανοπέδιο – μόλις 30%).

Τα περισσότερα στοιχεία από την εκλογική φυσιογνωμία της ΔΗΣΥ ενυπάρχουν και στα ποσοστά του Νίκου Ανδρουλάκη, αλλά με μια σαφέστατη άμβλυνση των διαφοροποιήσεων. Στην πραγματικότητα η κατανομή των ποσοστών του είναι ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα ομοιογενούς εκλογικής επιρροής που έχουν καταγραφεί στη χώρα σε οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση από το 2015 και μετά.

Αυτή η τάση εκλογικής και κοινωνιολογικής ομογενοποίησης της επιρροής του μαζί και με την απρόβλεπτα ίσως υψηλή έκτασή της αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο για το πολιτικό μέλλον του ίδιου αλλά ενδεχομένως και της παράταξης, σηματοδοτώντας άλλωστε και τη σημαντική διείσδυσή του στο εκσυγχρονιστικό ρεύμα που εκφράζεται από το Ποτάμι αλλά και από άλλους ψηφοφόρους.

Η ομοιογένεια αυτή εκφράζεται και γεωγραφικά, με τα ποσοστά του να κινούνται σε όλες τις διοικητικές περιφέρειες από 20% έως 32%, με μοναδική εξαίρεση την Κρήτη, όπου εκτός από την ιστορικότερη κοιτίδα του ΠΑΣΟΚ αποτελεί και τόπο καταγωγής του (αποτελώντας και βασική δεξαμενή σταυροδοσίας του στις ευρωεκλογές του 2014).

Σχετικά ομοιογενής ήταν και η ψήφος στον δήμαρχο Αθηναίων Γ. Καμίνη, αν και με σαφή την υπεροχή του στα μεγάλα αστικά κέντρα (20,9% στον Δ. Αθηναίων και 21% στον Δ. Θεσσαλονίκης), αλλά και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις δήμων του Λεκανοπεδίου ή της Θεσσαλονίκης συνδεόμενες ενδεχομένως και με την ύπαρξη ισχυρών τοπικών δικτύων.

Σε γενικές γραμμές η ψήφος στον δήμαρχο Αθηναίων εμφανίζεται ως μία κάπως περισσότερο αστική (ή ενδεχομένως και μεσοαστική) εκδοχή αυτής του Ν. Ανδρουλάκη.

Εντυπωσιακά ανομοιογενής τέλος ήταν η κατανομή των ποσοστών του Στ. Θεοδωράκη, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναπαρήγαγε αλλά και διόγκωσε τις αντίστοιχες διαφοροποιήσεις που υπήρχαν στα ποσοστά του Ποταμιού και τον Σεπτέμβριο του 2015.

Φαίνεται ότι ο αρχηγός του Ποταμιού έλαβε περίπου το 40% των ψήφων του κόμματός του (και μάλιστα όχι ομοιογενώς), ενώ είχε μηδαμινή διείσδυση στον χώρο της ΔΗΣΥ, με αποτέλεσμα μια πιο «κλειστή» αποτύπωση του εκσυγχρονιστικού ρεύματος από αυτήν που εξέφραζε συνολικά το Ποτάμι.

Ετσι, τα ποσοστά του καταγράφονται ισχυρά κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αττική, αλλά και πάλι με σημαντικότατες εσωτερικές κοινωνικού χαρακτήρα διαφοροποιήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διακύμανση της επιρροής του στο Λεκανοπέδιο ξεκινάει μόλις από 8% στη Β΄ Πειραιά για να ανέλθει σταδιακά στο 27% στα βορειοανατολικά προάστια (με αποκορύφωμα δε το 43,3% στη Φιλοθέη-Ψυχικό και 35,5% στην Κηφισιά), όπου παρουσιάστηκε και η πιο μαζική προσέλευση ψηφοφόρων (57%).

Σε όλη δε την υπόλοιπη Ελλάδα τα ποσοστά του κινήθηκαν μεταξύ 5%-6% και μόνο στα Χανιά, την ιδιαίτερη πατρίδα του, έφτασαν το 21,2%.

*Δρ Πολιτικής Επιστήμης, ΕΚΠΑ