Τον είπαν και σύγχρονο γεφύρι της Αρτας. Μόνο που τον σταθμό «Βενιζέλου» του μετρό της Θεσσαλονίκης δεν τον έχτιζαν τη μέρα και γκρεμιζόταν τη νύχτα. Απλά η κατασκευή του δεν ξεκίνησε ποτέ μέχρι σήμερα.
Από τη στιγμή που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή εκεί τα σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα, συζητήσεις επί συζητήσεων, τεχνητά διλήμματα και διχασμός ήταν η μόνη απάντηση για την τύχη του συγκεκριμένου σταθμού, αλλά και του μεγαλύτερου έργου υποδομής που έγινε ποτέ στη Θεσσαλονίκη.
Αν πάμε πίσω στο 2006 θα δούμε ότι η κατασκευή του μετρό της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε με έναν σχεδιασμό ο οποίος ακόμη και σήμερα γεννά απορίες, καθώς η βασική γραμμή περνά μέσα από το ιστορικό κέντρο της πόλης, κάτω από το οποίο, όπως ήταν ήδη γνωστό από την αρχαιολογική έρευνα, αναπτύσσονταν σε επάλληλα στρώματα η ρωμαϊκή, η βυζαντινή, η οθωμανική και η σύγχρονη εποχή της πόλης.
Ο Decumanus Maximus λοιπόν, ο κεντρικός ρωμαϊκός οδικός άξονας που αποκαλύφθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 στη Βενιζέλου, ήταν εξ αρχής γνωστό ότι βρισκόταν ακριβώς κάτω από τη χάραξη της γραμμής του μετρό.
Η πρώτη κίνηση στην τραγωδία του σταθμού, μόλις αποκαλύφθηκαν τα αρχαιολογικά ευρήματα, ήταν να αποφασιστεί η άρον άρον απομάκρυνση και η μεταφορά τους σε στρατόπεδο εκτός κέντρου πόλης, προκειμένου να συνεχιστούν… απρόσκοπτα οι εργασίες του μετρό. Σαν να μην υπήρχε χώρος για τη ζώσα ιστορία της πόλης και σαν να μην υπήρχε τρόπος η Θεσσαλονίκη να αναδείξει ταυτόχρονα με την κατασκευή ενός μεγάλου έργου και την πολιτιστική της κληρονομιά.
Το βασικό επιχείρημα που προβλήθηκε για να υποστηριχθεί η ανάγκη μεταφοράς των αρχαιολογικών ευρημάτων εκτός σταθμού, ότι δήθεν δηλαδή δεν υπήρχε τεχνική λύση συνύπαρξης του τεχνικού έργου και των αρχαιοτήτων, κατέπεσε μόλις το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο υπέβαλε όχι μία, αλλά τρεις εναλλακτικές προτάσεις που ανέτρεπαν τους ισχυρισμούς των υπευθύνων.
Φυσικό επακόλουθο αυτής της ακραίας, όσο και αμετακίνητης, παρά την κοινωνική αντίδραση, πολιτικής επιλογής ήταν να κυριαρχήσει στον δημόσιο διάλογο το διχαστικό δίλημμα «Ή αρχαία ή μετρό», χαράσσοντας μια ανιστόρητη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον πολιτισμό και την τεχνολογία.
Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι αυτά που σήμερα αποτελούν την πολιτιστική μας κληρονομιά, ήταν κι αυτά τεχνολογικά επιτεύγματα μιας άλλης εποχής…
Η διχαστική αυτή στάση με επίκεντρο τον σταθμό «Βενιζέλου» λειτούργησε ως ένα χρήσιμο άλλοθι για την πολυετή καθυστέρηση της κατασκευής του μετρό. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι και πριν ακόμη βρεθεί το σημαντικό αρχαιολογικό συγκρότημα, το έργο του μετρό της Θεσσαλονίκης κατέγραφε ήδη 5 χρόνια καθυστέρησης!
Εν τω μεταξύ, καμία κατασκευαστική παρέμβαση δεν έγινε στον κεντρικότερο σταθμό του έργου, με καταστροφικές συνέπειες για την πόλη και τους πολίτες, οι οποίοι εμπέδωναν μια απέχθεια για ένα έργο που κατά τα άλλα προοριζόταν να βελτιώσει τη ζωή τους.
Η πρώτη κίνηση μετά την επανεκκίνηση των έργων του μετρό στη Θεσσαλονίκη το 2016 ήταν η συμφιλίωσή τους με την τοπική κοινωνία.
Συγκροτήθηκε λοιπόν μια επιτροπή από τα στελέχη της Αττικό Μετρό, του Δήμου Θεσσαλονίκης, της Εφορείας Αρχαιοτήτων και του υπουργείου Πολιτισμού, για τον από κοινού επανασχεδιασμό του σταθμού «Βενιζέλου».
Ετσι, από το δίλημμα «Ή αρχαία ή μετρό», που εν τω μεταξύ είχε εξελιχθεί σε «Ούτε αρχαία ούτε μετρό», περάσαμε στην υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης αντίληψης που συμφιλιώνει την τεχνολογία με τον πολιτισμό και κατασκευάζει έναν μοναδικό στον κόσμο σταθμό, εντός του οποίου θα αναπτύσσεται ένας ανοιχτός αρχαιολογικός χώρος.
Η λύση αυτή που υλοποιείται σήμερα, εκτός του ότι συγκεντρώνει την αναγκαία κοινωνική συναίνεση, θα λειτουργεί και ως πόλος έλξης για την τουριστική και εμπορική κίνηση στην περιοχή, τονώνοντας σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη στην πόλη.
Τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη που θα φέρει ο καινοτόμος σχεδιασμός του σταθμού «Βενιζέλου» είναι η καλύτερη απάντηση στους νοσταλγούς του κακού παρελθόντος, οι οποίοι, εμμένοντας στις αρχικές τους θέσεις, προβάλλουν τώρα ως αντεπιχείρημα για τις σημερινές εξελίξεις το ελάχιστο, σε σχέση με τον προϋπολογισμό του έργου, επιπλέον κόστος, λόγω της ταυτόχρονης με την κατασκευή του σταθμού ανάδειξης των αρχαιοτήτων.
Αποσιωπώντας τόσο το κόστος της απραξίας και των καθυστερήσεων που οι ίδιοι προκάλεσαν όσο όμως και το σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό όφελος από τον νέο σχεδιασμό.
Η έναρξη λοιπόν των εργασιών κατασκευής και του τελευταίου σταθμού του μετρό της Θεσσαλονίκης δεν οριοθετεί μόνο την αρχή του τέλους για την ολοκλήρωση ενός ταλαιπωρημένου έργου, αλλά συμβολίζει και το τέλος μιας άγονης περιόδου στασιμότητας και διχασμών και την αρχή μιας νέας εποχής δημιουργίας για τη Θεσσαλονίκη, η οποία, ενωμένη πλέον, αξιοποιεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και σχεδιάζει την κοινωνική και οικονομική της ανάπτυξη.
*καθηγητής, πρόεδρος της Αττικό Μετρό Α.Ε.
