Πάλι για τον Β.Π.
Πρoτού σφαλίσεις για πάντα τα μάτια μού ’πες
λέξη λαϊκή κι αμετάφραστη.
Την κουβαλώ από τότε μαζί μου σαν σημάδι
ανθεκτικό στην ελαφρόπετρα. Βρίσκονται κι άλλοι
καραγκιόζηδες στον κόσμο -πώς τους αναγνωρίζεις;
Ούτε κι οι ίδιοι άλλωστε το ξέρουν.
Αν όμως το μαθαίνανε θα πάσχιζαν
ν’ αφαιρέσουν με τα νύχια το στίγμα
Γιατί να μη δεχτώ κι εγώ ως έπαινο τον ιταλιάνικο ιδιωματισμό (il pirla); Μη δεν δανείζομαι κι εγώ από την ποίηση («υπόθεση τεράτων ασφαλώς κι όχι αγγέλων») την εγρήγορση;
Δεν αναλώνομαι σε μια αλαφροΐσκιωτη παιδαγωγική; Δεν πιάνω σαν παιδί στα δάχτυλά μου την επικαιρότητα, «τη σαπουνόφουσκα που λάμπει μια στιγμή και σκάει»; (Μοντάλε)
Δεν είμαι ο φιλάνθρωπος παρά την περιφρόνηση για τους «φιλάνθρωπους»;
Δεν εξεγείρομαι προς κάθε επώνυμη υπογραφή που σοβαρολογεί κρίνοντας ζώντες και νεκρούς; (την Οκτωβριανή Επανάσταση)
Τον τρόπο, ο Πομερά τον ονομάζει «ταραχή». Να είσαι δηλαδή εδώ σωματικά, πριν από τα λόγια. Να υφαίνεις μία ταπητουργία αινιγματική. Να εκτιμάς την ακυρολογία της μεταφοράς. Να μη διστάζεις να γελοιοποιηθείς. Να τείνεις προς ένα «τρίτον τι», ένα «ουδέτερο» που εμπαίζει. Να πάσχεις από μια σκληρότητα ελαστική, μια «ανησυχητική ξενότητα», φροϊδική, όπου όταν προβάλλονται τα οικεία ως ανοίκεια (ο διάλογος Πατρίκιου – Ραυτόπουλου στο «Βήμα») να φρικάρεις.
Γνωρίζω πως τίποτα δεν πρόκειται να εισακουστεί. Ξέρω πως ματαιοπονώ. Ζηλεύω όμως όσους, λόγω της ευφυΐας τους, κατέπνιξαν μια νωθρή νοημοσύνη, νιώθοντας «την ανοησία όχι σαν χάντικαπ αλλά σαν άθλο προσωπικό» (Β. Παπαβασιλείου).
Οι άνθρωποι, δεν είμαστε εντολοδόχοι κανενός, αλλά εντολείς διαρκώς του άναρχου εαυτού μας.
Γράφει ο Μοντάλε:
Πλάστε τον εαυτό σας, λέγω, σαν το τίποτε αν γελιέστε
πως είναι ακόμα δυνατόν να ζυγώσετε
το αντίγραφο εκείνης της πληρότητας
που δεν βρίσκεται μέσα σας!
Ματαιοπονεί ο ποιητής, ή πολιτεύεται;
* «Il pirla» -σε μετάφραση ο «καραγκιόζης», ο «μαλάκας»- από το ομώνυμο ποίημα του Ευγένιου Μοντάλε (βραβείο Νόμπελ 1975), στις εκδόσεις Aγρα, σε απόδοση Νίκου Αλιφέρη.
