«Η Ευρώπη θα πρέπει να είναι έτοιμη να προχωρήσει μετά το Brexit σε ένα είναι πιο αποτελεσματικό και ισχυρό σώμα», είπε στην ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Σεπτέμβριο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτός ο πολιτικός που, ενώ δεν είναι φανατικός φεντεραλιστής, εμπνεόμενος από τη νέα οριοθέτηση της Ε.Ε. στη μετα-βρετανική εποχή, προσπάθησε να μεταγγίσει περισσότερη Ευρώπη στο ήδη υπάρχον, γεμάτο πληγές υβριδικό θεσμικό «σώμα» της Ε.Ε. και των κρατών-μελών της.
Προσπάθησε να σηματοδοτήσει αυτή τη νέα κατάσταση με μια πρόταση ισχυρού συμβολισμού, καλώντας τον πρόεδρο Tουσκ και τη Ρουμανία, τη χώρα που θα ασκεί την προεδρία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019, να διοργανώσει ειδική σύνοδο κορυφής στις 30 Μαρτίου 2019.
Μια μέρα πριν, στις 29 Μαρτίου, το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ενωση και την επομένη «θα είμαστε η Ενωση των 27» (η πρόσφατη ατζέντα του Τουσκ «εξαφάνισε» αυτήν τη συνάντηση!).
Ετσι, για την ηγεσία της Κομισιόν, ο αναγκαίος κριτικός απολογισμός μιας ιστορικής περιόδου που τελειώνει, είτε υπάρξει η Ενωση των 27 στις 30 Μαρτίου 2019, είτε υπάρξει μια άλλη λύση για το Brexit, σχηματοποιείται σε μια ιδιαίτερα ανησυχητική αφαίρεση της δυναμικής των εξελίξεων αποσυνδέοντας από τη νέα Ευρώπη των 27 τις μεγάλες μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στον πολιτικό, πολιτιστικό, ιδεολογικό και οικονομικό χάρτη της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας κατάστασης και τους δομικούς μετασχηματισμούς που αυτές επιβάλλουν.
Τα αποτελέσματα των εκλογών στη Γαλλία και πιο πρόσφατα στη Γερμανία και την Αυστρία είναι στοιχείο αυτού του ακρωτηριασμένου πολιτικού λόγου και του ανθρώπου που, αποκομμένος από την αναγκαία ιστορική ενότητα της δημιουργίας και της σκέψης, εύκολα επανασυνδέεται με τον εκλεκτικισμό του νεοναζισμού και την ευρωπαϊκή κυρίαρχη πολιτική ελίτ στη μετάβαση προς την πραγμάτωση των στόχων της στη μετα-δημοκρατική διαχείριση των νέων καθηκόντων της.
Η θέση ότι «θα πρέπει να επισπεύσουμε τις εργασίες για τη δημιουργία μιας δίκαιης και αληθινά πανευρωπαϊκής αγοράς εργασίας» και ότι σε αυτό το πλαίσιο ένας ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων μπορεί «να χρησιμεύσει ως πυξίδα» (Γιούνκερ) επιβεβαιώνει μια ευρωπαϊκή στρατηγική που χρειάζεται ισχυρή νοηματοδότηση και πολιτική υποστήριξη.
Δηλαδή, ένα όργανο προσανατολισμού για την αλλαγή των εργασιακών κατακτήσεων, αναγκαίο όμως, όπως έχει επισημανθεί στην έκθεση των πέντε προέδρων για την ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης της Ευρώπης, για τη «διαμόρφωση περισσότερο ανθεκτικών οικονομικών δομών» (Κομισιόν, 26.4.2017, «Δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων»).
Γι’ αυτό και ο πυλώνας παρουσιάζεται με τη μορφή σύστασης της Επιτροπής, σε συνδυασμό με την πρόταση διοργανικής διακήρυξης, και όχι ως νομική πράξη της Επιτροπής.
Στο κεφάλαιο του πυλώνα στα θέματα των «δίκαιων όρων εργασίας» πρώτα «διασφαλίζεται η αναγκαία ευελιξία για τους εργοδότες, ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται γρήγορα στις μεταβολές των οικονομικών συγκυριών, σε συμμόρφωση με τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις» και μετά «οι εργαζόμενοι», που έχουν δικαίωμα σε δίκαιους μισθούς οι οποίοι επιτρέπουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.
Υποχρεωτικά λοιπόν θα πρέπει να αλλάξει η νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο για να διασφαλίζονται η αναγκαία ευελιξία των εργοδοτών και ο βαθμός αξιοπρέπειας.
Στην Ελλάδα γίνεται μέσω των μνημονίων και στα υπόλοιπα κράτη, που δεν πέρασαν από μνημονιακές υποχρεώσεις, θα πραγματοποιηθεί σταδιακά.
Η Γαλλία έχει πάρει τη σκυτάλη. Στη Γερμανία, έχει ολοκληρωθεί στο πλαίσιο της «ευελιξίας» από την εποχή της σοσιαλδημοκρατικής προσαρμογής με την εισαγωγή του νέου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας που ενσωμάτωσε την τελευταία στο σύστημα παροχών ανεργίας, αλλά και με τη μεγάλη αλλαγή στα εργασιακά το 2010.
Σε αυτή την πορεία βίαιης ένταξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών στα νέα υποχρεωτικά σχήματα για «περισσότερο ανθεκτικές οικονομικές δομές», του αστικού σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου που παρασύρεται σε κρίσεις από την ίδια τη σκληρότητα των μεταβολών του, τα γεγονότα και τα αποτελέσματά τους δείχνουν να ξεπερνούν τους ανθρώπους και η κοινωνία παραμένει στάσιμη, ανήμπορη να αφομοιώσει τα στοιχεία της νέας εποχής (Μαρξ, «18η Μπρυμαίρ του Λ. Βοναπάρτη»).
Σήμερα, εξαιτίας αυτής της σκληρής κοινωνικής προσαρμογής, η ψήφος στα πολιτικά κόμματα της ακροδεξιάς ρητορείας, του εκδικητικού και τιμωρητικού λόγου, γίνεται αντίδραση και ταυτόχρονα πεδίο για την κοινωνικά αναγκαία αποσυμπιεστική διέξοδο στο βάθεμα των κοινωνικών αντιθέσεων.
Τα ακροδεξιά κόμματα και η λαϊκιστική ρητορεία παίρνουν δυνάμεις από την ηθική ήττα των συστημικών δυνάμεων στις προηγούμενες προ κρίσης δεκαετίες της «υγιούς» ανάπτυξης.
Επιπλέον, η απουσία ενός ριζοσπαστικού ανατρεπτικού αριστερού κινήματος, αποστασιοποιημένου από την Αριστερά της συν-διαχείρισης και αναγκαίου για τη διατύπωση του κοινωνικού αιτήματος στη δίκαιη ιστορική του διάσταση, τροφοδοτεί νέες κοινωνικές κρίσεις.
Στην πορεία της βίαιης αφαίρεσης εργασιακών δικαιωμάτων θα χρειαστούν πολλές διακηρύξεις για «χάρτες» και «πυξίδες», όπως και πολλές διακηρύξεις για τους «κοινωνικούς πυλώνες».
Οσο περισσότερο ο ευρωπαϊκός «κοινωνικός πυλώνας» γίνεται είδηση, τόσο πιο πολύ θα πρέπει να αναδεικνύεται η προσχηματική και κοινωνικά παραποιητική στόχευσή του.
*πολιτική επιστήμων, δρ Επιστήμης της Πληροφορίας
