Μια Κυριακή του φθινοπώρου που ο ίσκιος ήταν βαρύς και κάθε ακτίνα του ήλιου πολύτιμη, στεκόμουν στην ευχάριστα φωτεινή τζαμαρία του παλαιοπωλείου.
Ενας ευγενικός άντρας γύρω στα εβδομήντα απαντούσε με υπομονή στις ερωτήσεις των πελατών της κυριακάτικης βόλτας.
Εμάς, τους πελάτες, που δεν θέλουμε απαραίτητα να αγοράσουμε κάτι, αλλά μπαίνουμε στα παλαιοπωλεία με μια διάθεση να αποδράσουμε από την πεζή καθημερινότητα και να βουτήξουμε σε μια άλλη εποχή.
Μιλούσε ελληνικά αλλά στο τέλος κάθε φράσης, σαν γλύκισμα, έβαζε και μια γαλλική.
«Σας αρέσει αυτός ο καθρέφτης, bien!», «Θέλετε να καθίσετε madame;», «Μα είναι πολύ καλή τιμή, non;».
Τα αντικείμενα έτσι όπως ήταν τοποθετημένα, το ένα δίπλα στο άλλο, σου έδιναν την εντύπωση πως βρίσκεσαι σ’ ένα σπίτι. Οπου, ναι μεν είχε μερικές συρταριέρες παραπάνω και γκραβούρες παντού, ωστόσο είχε τη φιλοσοφία ενός σαλονιού του προπερασμένου αιώνα.
Τον ρώτησα αν μπορούσα να καθίσω σε μια πολυθρόνα ντυμένη με μπλε βελούδο και κάτι λεπτεπίλεπτα σκαλιστά ποδαράκια. Ηταν μέρος ενός μικρού συνόλου που έφτιαχναν ένα καθιστικό.
«Μα, oui!». Μου αρέσει πολύ, του λέω. «Μα τι σας χρειάζεται, ξέρετε είναι άβολη, δεν μπορείτε να καθίσετε πολλή ώρα για να διαβάσετε ή να δείτε τηλεόραση, θα βρείτε κάτι πιο άνετο, pas vrai;».
Πόσο κάνει; Με άφησε για να εξυπηρετήσει έναν άλλο πελάτη αποφεύγοντας να μου απαντήσει. Εγώ έμεινα στην πολυθρόνα, δεν βολευόμουν και πολύ μ’ αυτή την «απροθυμία» του πωλητή.
Χάιδευα το μπλε βελούδο στο μπράτσο και κοίταζα τον κόσμο που περνούσε απ’ έξω σαν να ήμουν σπίτι μου.
Ο πωλητής με πλησίασε ξανά. Με χαμόγελο. «Κοιτάξτε, είναι χρόνια εδώ, απούλητη, έγινε μέρος του μαγαζιού, λυπάμαι, δεν μπορώ να σας τη δώσω, είναι κάτι ιδιαίτερο, tu comprends;». Κατάλαβα.
Τον ρωτώ αν είναι Γάλλος. Μου απαντά πως ήταν Γαλλίδα η γυναίκα του. Εκείνη πέθανε, όμως τόσα χρόνια που ήταν μαζί της, συνήθισε πια να βάζει στις προτάσεις του γαλλικές λέξεις. «Στις καταλήξεις ιδιαίτερα, για να ήξερα αν με καταλάβαινε. Μου αρέσουν όμως, ομορφαίνουν τη ζωή, pas vrai;».
Μπορεί να μην πήρα την πολυθρόνα με το μπλε βελούδο, αλλά γύρισα σπίτι με μια λευκή πορσελάνινη κούπα του καφέ που μετρούσε πάνω από σαράντα χρόνια ζωής και με την οποία κατενθουσιάστηκα.
Τα μόνα σχέδια που έχει είναι μικρά μπλε κρινάκια στο χείλος της, από την εσωτερική μεριά.
Τι να σκεφτόταν άραγε ο άγνωστος κατασκευαστής της; Μήπως ότι μαζί με τον καφέ θα μπορούσα να μυρίσω και λίγο από το άρωμά τους; Ή ήταν μόδα της εποχής αυτά τα μοτίβα στα φλιτζάνια;
Σκοπεύω πάντως να τη χρησιμοποιώ καθημερινά, σαν «κάτι» ιδιαίτερο, σαν την πολυθρόνα, σαν τις γαλλικές λέξεις που βάζει ο παλαιοπώλης στις φράσεις του για να κάνει πιο όμορφη τη ζωή του.
