Τι θα πράξει η νέα παράταξη της Κεντροαριστεράς μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές και πώς θα απαντήσει στο δίλημμα ΣΥΡΙΖΑ ή Ν.Δ.;
Η βαριά ήττα των σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία και η πρόθεσή τους να καθίσουν στα έδρανα της αντιπολίτευσης δείχνουν τον δρόμο και για την ελληνική σοσιαλδημοκρατία;
Ποια είναι η ατζέντα των υποψήφιων αρχηγών στο στρατηγικής σημασίας ερώτημα «με ποιον θα πάτε και ποιον θα αφήσετε;» και πώς κρίνουν την τάση τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη να τραβούν διαχωριστική γραμμή με τους εκπροσώπους της συντήρησης και της Κεντροδεξιάς;
Μπορεί προς το παρόν στον «αφρό» της δραστηριότητας του κεντροαριστερού χώρου να έχει «επιπλεύσει» η αντιπαράθεση για τα τεχνικά ζητήματα της διαδικασίας, όσο όμως πλησιάζει η ώρα της κάλπης, θεωρείται αναπόφευκτο ότι θα ανασυρθεί από τον «πολιτικό βυθό» η συζήτηση για τη φυσιογνωμία και την τακτική της επόμενης ημέρας στον νέο φορέα της Κεντροαριστεράς.
Μέχρι στιγμής, οι διεκδικητές του προεδρικού θώκου επιλέγουν να απαντούν διπλωματικά και στρογγυλεμένα στις δημόσιες τοποθετήσεις τους και -πλην ορισμένων εξαιρέσεων- φαίνεται να προτιμούν τη στάση αναμονής, έτσι ώστε να μην τους καταλογιστεί παραβίαση της συμφωνηθείσας γραμμής του αυτόνομου πόλου και των λεγόμενων ίσων αποστάσεων. Πάντως, από κοινού συμφωνούν για την ανάγκη αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών, που θα επιτρέψει στο εγχείρημα να καταστεί και πάλι ο κύριος εκφραστής του προοδευτικού πόλου.
«Οι επόμενες εθνικές εκλογές θα είναι αναμέτρηση για τρεις», εκτιμά η Φώφη Γεννηματά και προβλέπει ότι η ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς θα ανατρέψει τις υφιστάμενες ισορροπίες. Ως εκ τούτου απορρίπτει εξίσου τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ.
Στα χνάρια του Εμανουέλ Μακρόν θέλει να πορευτεί ο Σταύρος Θεοδωράκης, δηλώνοντας ότι «ο στόχος του δεν είναι ένα κίνημα τσόντα δεξιά ή αριστερά, αλλά ένα νέο Κέντρο του 15%».
Πρώιμο και αποπροσανατολιστικό θεωρεί το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» ο Νίκος Ανδρουλάκης, πιστεύοντας ότι η δημοκρατική παράταξη μπορεί να ηγηθεί του προοδευτικού χώρου. Στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» είχε ξεκαθαρίσει ότι οι κυβερνητικές συνεργασίες προϋποθέτουν προγραμματικές συμφωνίες, καταλήγοντας ότι η λαϊκή ετυμηγορία είναι εκείνη που θα καθορίσει τις εξελίξεις.
Για τον Γιώργο Καμίνη, το ερώτημα θα πρέπει να απευθυνθεί στον ΣΥΡΙΖΑ και στη Ν.Δ., αφού όπως έχει επισημάνει ο σκοπός είναι η δημιουργία μιας ισχυρής παράταξης με πλειοψηφικά χαρακτηριστικά και όχι μιας «συμμαχίας των προθύμων» του κ. Τσίπρα ή του κ. Μητσοτάκη.
Ο μοναδικός υποψήφιος που απαντά με ένα απόλυτο «όχι» στην πιθανότητα συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ. είναι ο Γιάννης Ραγκούσης. Οπως είχε δηλώσει πριν από μία εβδομάδα στην «Εφ.Συν.», «διεκδικώ να εκλεγώ πρόεδρος και όχι αντιπρόεδρος του κ. Μητσοτάκη». Την περασμένη Πέμπτη διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν θα καταφέρει να κερδίσει στις εκλογές, ενώ τόνισε ότι δεν θα είχε πρόβλημα ο νέος φορέας να μείνει ένα διάστημα στην αντιπολίτευση.
Ιδιαίτερα επιθετικός εναντίον της κυβερνώσας παράταξης είναι ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι στις εκλογές προέχει να ηττηθεί στρατηγικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ίδιος θεωρεί ρεαλιστικό στόχο τη δεύτερη θέση για το νέο κόμμα της Κεντροαριστεράς, φιλοδοξώντας να παρουσιάσει την «προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης της χώρας απέναντι στην κυβερνητική πρόταση της Ν.Δ.».
Δύο κριτήρια θέτει ο Γιάννης Μανιάτης αναφερόμενος στο πάντα επίκαιρο ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών. Αφ’ ενός την προγραμματική σύμπτωση με τους εν δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους και αφ’ ετέρου τη διαφύλαξη του κλίματος πολιτικής σταθερότητας στη χώρα. Σε κάθε περίπτωση, δεσμεύεται ότι θα αγωνιστεί προκειμένου ο υπό διαμόρφωση φορέας να καταστεί ο καταλύτης σε ένα σχήμα προοδευτικής κατεύθυνσης και υψηλής αποτελεσματικότητας.
