Αικατερίνα Παπανικολάου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Ολγας Γεροβασίλη, διά της οποίας συμπληρώθηκε το σύστημα αξιολόγησης των υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση, όπως αυτό προβλέφθηκε σε κεντρικό νομοθέτημα του 2016(1), επανέφερε στην επικαιρότητα –ή ορθότερα συντήρησε– την πολεμική περί ενός από τα διαχρονικώς αμφιλεγόμενα ζητήματα, στον εγχώριο δημόσιο διάλογο. Η αντιπαράθεση εκκινεί ιστορικά από την αναγκαιότητα του θεσμού της αξιολόγησης καθαυτού και φτάνει έως τον μεθοδολογικό προβληματισμό για την αναζήτηση του βέλτιστου και πλέον αξιόπιστου αξιολογικού συστήματος.

Οι αναρίθμητες κυβερνητικές παλινωδίες και οι σφοδρές συγκρούσεις των αιρετών εκπροσώπων του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος με τους επισπεύδοντες κάθε φορά, λόγω αρμοδιότητας, υπουργούς συνθέτουν ένα ακόμη ιδιότυπο κεφάλαιο στην κάθε άλλο παρά γραμμική, ιστορία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Το γεγονός δε ότι μέχρι και σήμερα δεν κατέστη δυνατή στην πράξη η θέσπιση ενός κάποιου λειτουργικού συστήματος αξιολόγησης συνιστά μια ακόμη ενδιαφέρουσα θεσμική παραδοξότητα και εγχώρια ιδιαιτερότητα.

Εκκινώντας από τη φιλοσοφική βεβαιότητα ότι η οργανωτική κατάστρωση και η λειτουργία των πολιτειακών δομών μιας δημοκρατικής πολιτείας μακράν απέχει από το ιδανικό, η αποδοχή των –ατελών έστω– διαθέσιμων συστημάτων αξιολόγησης, μοιάζει νομοτελειακώς αναπόφευκτη. Τούτου δοθέντος, τα ατελή ή ημιτελή συστήματα αξιολόγησης είναι σαφώς προτιμότερα από την πλήρη απουσία αξιολόγησης.

Η διασφάλιση της συγκριτικής κατάταξης κατά τον λόγο των δεξιοτήτων –στην ευρύτερη δυνατή έννοιά τους– ενός εκάστου είναι εννοιολογικό συστατικό της ίδιας της δημοκρατικής αρχής και αδιαμφισβήτητο sine qua non της δικαιοκρατικής πολιτείας. Δεν νοείται οργανωτική δομή στη δημοκρατία, χωρίς τη δυνατότητα φθίνουσας ή αύξουσας ιεράρχησης των ανθρωπομονάδων που την εμψυχώνουν, με κριτήρια προκαθορισμένα και, κατά το δυνατόν, αντικειμενικά προσδιορισμένα. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της ανάγκης για αξιολογική ιεράρχηση είναι στην ουσία της βαθιά και επικίνδυνα αντιδημοκρατική.

Στην παρούσα συγκυρία, ωστόσο, την εγγενή αμφισβήτηση και καχυποψία που μοιάζει να είναι η κυρίαρχη τάση και στάση εντός του σώματος των υπό αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων –στο 80% και πλέον φέρεται το ποσοστό αυτών που απείχαν– την ενισχύει δικαίως το νομιμοποιητικό έλλειμμα των προϊσταμένων-αξιολογητών.

Η πλειονότητα των τελευταίων έλκει το θεσμικό της κύρος από μεταβατικές νομοθετικές διατάξεις του 2014(2), οι οποίες προέβλεπαν ορισμό προσωρινών προϊσταμένων, με ανεπαρκείς εγγυήσεις αμεροληψίας και χωρίς κριτήρια υπηρεσιακής αριστείας. Συνεπώς, πρόκειται για de facto απονομιμοποιημένους επικεφαλής οργανικών μονάδων, το ηθικό και εργασιακό πλεονέκτημα των οποίων ευλόγως δεν τεκμαίρεται αρκούντως αξιόπιστο. Ομοίως, οι προκρούστειες ποσοστώσεις της προϊσχύσασας διαδικασίας αξιολόγησης έθεταν από μόνες τους σειρά ζητημάτων ως προς τη συμβατότητα του συστήματος με θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος.

Μολονότι, ωστόσο, τέτοια κριτική ως προς τα σημεία είναι απολύτως έγκυρη, κανένα επιχείρημα δεν μπορεί επαρκώς να δικαιολογήσει τη γενικότερη απαξίωση της συζήτησης περί της επείγουσας ανάγκης για συστημική αξιολόγηση των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα.

Η παρελκυστική επιχειρηματολογία προς την αντίθετη κατεύθυνση που τεχνηέντως επιμένουν να καλλιεργούν κατά βάση, οι αιρετοί εκπρόσωποι των δημόσιων υπαλλήλων ως μέρος μιας παρωχημένης συνδικαλιστικής προπαιδείας, είναι βέβαιο ότι δεν προσφέρει καλές υπηρεσίες στην προοπτική εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης. Είναι εξίσου βέβαιο, δε, ότι τέτοιες πρακτικές κοινωνικού αυτοματισμού αφορούν ευάριθμους και σίγουρα όχι τις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις του παραγωγικού πληθυσμού.

Η αξιοκρατική εξέλιξη του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και η στελέχωση των θέσεων ευθύνης με κριτήρια αριστείας θα συμβάλει στον αναγκαίο συγχρονισμό της χώρας με τα δικαιοκρατικά minima της δημοκρατικής πολιτείας του 21ου αιώνα.

Αποτελεί, επίσης, αναγκαία συνθήκη για την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, δεδομένου ότι η ασφάλεια δικαίου και η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση περιλαμβάνονται μεταξύ των αυτονόητων παραμέτρων που συνεκτιμώνται με αυξημένο, ειδικό συντελεστή, από κάθε υποψήφιο επενδυτή.

Ακόμη περισσότερο: η εμπέδωση των μηχανισμών αξιολόγησης στην καθημερινότητα της διοικητικής πράξης αποτελεί μέρος της αγωγής για την ανάκαμψη από τη θεσμική κρίση που ταλανίζει τη χώρα, παραπληρωματικά και αλληλένδετα με τη δημοσιονομική κρίση.

Κυρίως γι’ αυτό πρόκειται για μάχη που αξίζει να δώσει με ορμή και να στηρίξει κάθε υγιής πολιτική δύναμη, με δεδομένη την αναπόφευκτη σύγκρουση που θα απαιτηθεί ενάντια στα αποθέματα και τους τακτικισμούς του παλαιοκομματικού status quo.

Ακριβώς επειδή «το μέλλον δεν είναι δώρο, είναι επίτευγμα»(3), είναι σημαντικό να οικοδομηθεί όχι με υλικά ανακυκλώσιμα, αλλά με πρώτες ύλες στέρεες και ανθεκτικές στα στοιχειώδη του ορθού λόγου…

(1) Ν. 4369/2016 (ΦΕΚ 33Α/27.02.2016). (2) Ν. 4275/2014 (ΦΕΚ 149Α/15.07.2014). (3) Η γράφουσα δεν κατόρθωσε να διακριβώσει αν η πατρότητα της κλασικής αυτής ρήσης ανήκει στον A. Einstein (1879 -1955) ή στον R. F. Kennedy (1925-1968).

* δικηγόρος – μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών