Αιμιλία Σαλβάνου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι γνωστό ότι στα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία, στην επιχειρηματική εκπαίδευση, έχουν αποκλειστεί τα παιδιά με ειδικές ανάγκες. Τα παιδιά αυτά δεν είναι λίγα. Είναι ένα ποσοστό των παιδιών που δέχεται μια δυσμενή κοινωνική διάκριση ριζωμένη κοινωνικά και πολλαπλή.

Ας μη μας φοβίζουν οι λέξεις. Πρόκειται για έναν φωλιασμένο ρατσισμό, που δεν έχει ακόμη ανοίξει τα φτερά του. «Δεν έχουμε τις εγκαταστάσεις», «θα δυσκολευτούν τα παιδιά αυτά», «αν μας το επιβάλετε, θα πρόκειται για “σοβιετικού” τύπου παρέμβαση», είναι κάποιες από τις πιο συνηθισμένες δικαιολογίες που χρησιμοποιούνται.

Το φάντασμα της «σοβιετοποίησης» ξεσηκώνεται κάθε φορά που πρέπει να μπουν κάποιοι κανόνες συμβίωσης, και τους κανόνες αυτούς πρέπει να τους επιβάλει μια οργανωμένη πολιτεία. Με την ίδια λογική, αν η πολιτεία απαγορεύσει στα ακριβά εστιατόρια να αναρτήσουν ταμπέλες που γράφουν ότι απαγορεύονται οι σκύλοι, οι Πακιστανοί και τα ΑμεΑ, θα πρόκειται για σταλινισμό, για τη μετατροπή της ελεύθερης αγοράς σε γκουλάγκ.

Δεν είναι σενάριο πολύ μακριά από την πραγματικότητα: είναι εξαιρετικά πρόσφατη η συζήτηση για την απαγόρευση των παιδιών σε ακριβά εστιατόρια και στην πρώτη θέση αεροπορικών εταιρειών, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό η χρήση ενός όρου εντελώς αδόκιμου για μια χώρα της ιδιωτικής αυθαιρεσίας, παρά μόνο το ότι οι κανόνες πρέπει να γίνονται σεβαστοί από όλους.

Κι αν τέτοιες ρατσιστικές πινακίδες δεν έχουν αναρτηθεί στα εστιατόρια, υπάρχουν στα ιδιωτικά σχολεία, καλά καμουφλαρισμένες στους κανονισμούς τους. Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό. Πρόκειται για ένα θεμελιώδες ζήτημα που αγγίζει τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία και την κοινωνική συμβίωση και το πλαίσιο των ευθυνών της πολιτείας. Δεν είναι τυχαίο που φαινόμενα σαν κι αυτά παρουσιάζονται κυρίως στα σχολεία που είναι προσανατολισμένα στην επιχειρηματική εκπαίδευση.

Πρόκειται για τα ιδιωτικά σχολεία των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, τα οποία προετοιμάζουν τους μαθητές τους στις «μη γνωστικές δεξιότητες» που είναι απαραίτητες για την πορεία τους στην αγορά εργασίας. Το μοντέλο αυτό, που εκφράζεται κάτω από το τρίπτυχο επιχειρηματικότητα-καινοτομία-δημιουργικότητα, θεωρείται πως θα έχει θετικά αποτελέσματα τόσο στην ίδια την ανάπτυξη της οικονομίας όσο και στην πορεία των νέων ανθρώπων μέσα σε αυτή.

Πρόκειται για μια εκπαίδευση εξόχως ανταγωνιστική και ατομοκεντρική, παρά το περιτύλιγμα των νέων παιδαγωγικών μεθόδων, των τεχνολογικών εργαλείων, ακόμη και των τελευταίων εξελίξεων των θεωριών της νευροεπιστήμης, που χρησιμοποιούνται επιλεκτικά και προσαρμοσμένα κατά το δοκούν (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι θεωρίες του νευρογλωσσικού προγραμματισμού που ανθούν κατά κόρον σε τέτοια περιβάλλοντα). Πρόκειται επίσης για μια εκπαίδευση εντελώς ευθυγραμμισμένη με το υπάρχον οικονομικό σύστημα, που θυσιάζει την κριτική σκέψη στην καλλιέργεια δεξιοτήτων προσαρμογής και ατομικής ευημερίας.

Ενα τέτοιο περιβάλλον είναι αναμενόμενο ότι θα θέλει να αποκλείσει τα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Οταν έχεις μια επιχείρηση και φιλοδοξείς να εκπαιδεύσεις ηγέτες, θέση έχουν όσοι εικάζεις ότι έχουν πιθανότητες να προσαρμοστούν στο σύμπαν που έχεις δημιουργήσει και να επικρατήσουν στον ανταγωνισμό.

Πιο ωμά διατυπωμένο: Οταν η παιδεία γίνεται υπηρεσία, αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά γίνονται ανταγωνιστικά προϊόντα και επομένως τα λιγότερο ανταγωνιστικά δεν έχουν θέση. Στον πυρήνα του, ξαναβάζει στο τραπέζι τη συζήτηση για την ευγονική – κι αν αυτή τη φορά δεν είναι το έθνος η υπέρτατη ιδέα την οποία θα πρέπει να υπηρετεί, αλλά η οικονομία της αγοράς.

Είναι με βάση την ίδια λογική που προτείνεται «αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» στα παιδιά που δείχνουν να μην «προσαρμόζονται» στο σύστημα αξιών και κανόνων των σχολείων αυτών.

Είναι επίσης στην ίδια λογική που σε ανοιχτή επιστολή ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Σχολείων θεωρούσε ότι η προσπάθεια να μπουν κανόνες στις πολιτικές των απολύσεων των εκπαιδευτικών «στρεφόταν κατά των αρίστων» και υπονόμευε τη δημιουργία μιας «υγιούς αγοράς στελεχών στην ιδιωτική εκπαίδευση», ζητώντας μάλιστα από τους εκπαιδευτικούς να τον υποστηρίξουν, με το επιχείρημα ότι «ο αδιάφορος ή ανεπαρκής συνάδελφός σου που δεν μπορεί να απομακρυνθεί, καταστρέφει και τη δική σου καλή δουλειά» και «όπου δημιουργείται εμπόδιο στην έξοδο, δημιουργείται εμπόδιο και στην είσοδο».

Παρόμοια ζητήματα επανέρχονται συστηματικά την τελευταία διετία. Οι σχολάρχες βρίσκουν μάλιστα ευήκοα ώτα στα ΜΜΕ, στην αξιωματική αντιπολίτευση και στους θεσμούς των δανειστών, με τον καθέναν από τους οποίους φαίνεται να διατηρούν ανοιχτούς και άμεσους διαύλους επικοινωνίας και να γίνονται δεκτοί ως προνομιακοί συνομιλητές.

Δεν είναι περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι το διακύβευμα ξεπερνά αυτό που προβάλλει ως προκείμενο κάθε φορά. Οι διαφορετικές τοποθετήσεις απέναντι στα θέματα αυτά της παιδείας αφήνουν να διαφανούν οι δύο βασικές γραμμές του πολιτικού πολιτισμού της κοινωνίας μας.

Η μια αφορά τη συμπερίληψη και τη δημοκρατική συνύπαρξη σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και συνευθύνης. Η άλλη αφορά κοινωνίες που εξυπηρετούν την οικονομία της αγοράς, ανταγωνιστικές, όπου η κοινωνική ευθύνη υποχωρεί απέναντι στο αίτημα της ατομικής ευημερίας. Είναι ζητήματα εξαιρετικής σημασίας, για να μπορεί να τα αγνοήσει κανείς. Εδώ απαιτούνται ξεκάθαρες τοποθετήσεις από το σύνολο του πολιτικού κόσμου, χωρίς υπεκφυγές και ουδετερότητες.

* ιστορικός