Οι στρατιωτικές δαπάνες είναι κατεξοχήν αντιπαραγωγικές. Αφαιρούν πόρους από την οικονομία και την κοινωνία, ενώ ευνοούν πρακτικές αδιαφάνειας, αφού συχνά καλύπτονται από πέπλο μυστικότητας.
Αλλοτε, οι στρατιωτικές δαπάνες λέγονταν πολεμικές. Με το πέρασμα του χρόνου, η ορολογία άλλαξε, ιδιαίτερα μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους και την ίδρυση του ΟΗΕ διακηρύχθηκε ως στόχος το τέλος των πολέμων. «Ποτέ πια πόλεμος – Ποτέ πια φασισμός» ήταν η παγκόσμια απαίτηση, που όμως δεν ικανοποιήθηκε, διότι στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου έγιναν πάνω από 120 πόλεμοι.
Σήμερα οι στρατιωτικές δαπάνες αφιερώνονται, κατά κύριο λόγο, σε πολυδάπανους εξοπλισμούς των ενόπλων δυνάμεων, ενώ τα πολεμικά μέσα τελειοποιούνται διαρκώς και είναι υψηλής τεχνολογίας. Γι’ αυτό η αμυντική επάρκεια μιας χώρας δεν είναι ζήτημα ποσοτικό, αλλά ποιοτικό.
Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ο καλπασμός των στρατιωτικών δαπανών αποδιδόταν αποκλειστικά στον ανταγωνισμό των δύο τότε υπερδυνάμεων. Αν αυτός ο ανταγωνισμός τερματιζόταν –έλεγαν οι υποστηρικτές της άποψης αυτής– θα τερματιζόταν και το κυνηγητό των εξοπλισμών.
Ωστόσο, το γεγονός ότι μεταψυχροπολεμικά οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν σημειώσει πρωτοφανή αύξηση δείχνει ότι οι αιτίες είναι βαθύτερες και βρίσκονται μέσα στο κυρίαρχο σύστημα των διεθνών σχέσεων.
Η αναζήτηση της στρατιωτικής ισχύος συντηρεί, κυρίως εντός των μεγάλων δυνάμεων, ισχυρά στρατιωτικο-βιομηχανικά συμπλέγματα, τα οποία αναπαράγονται στον βαθμό που αναλαμβάνουν και εκτελούν παραγγελίες των κυβερνήσεων, ενώ εξασφαλίζουν μερίδιο και στο διεθνές εμπόριο όπλων, το οποίο έχει ως παραλήπτες τις μικρότερες και φτωχότερες χώρες. Για να ανθεί το εμπόριο αυτό χρειάζονται στους εξαγωγείς οι διεθνείς εντάσεις και οι πόλεμοι.
Με βάση τα προαναφερθέντα, δύσκολα μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς αμυντικούς, όπως είναι η επίσημη ορολογία. Το προκλητικό είναι ότι ακόμα και οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ και άλλων μεγάλων δυνάμεων χαρακτηρίζονται αμυντικές, ενώ εξυπηρετούν καθαρά πολεμικά σχέδια.
Σήμερα η εκτόξευση των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών σε επίπεδα πάνω από αυτά του Ψυχρού Πολέμου (1,6 δισ. δολάρια το 2015) μαρτυρεί ότι οι χώρες και σε μεγάλο βαθμό οι κοινωνίες παραμένουν δέσμιες παρωχημένων αντιλήψεων για τη διεθνή ασφάλεια, ενώ ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι δεν υπάρχουν στρατιωτικές λύσεις στα διεθνή προβλήματα και ότι περισσότεροι εξοπλισμοί δεν σημαίνουν μεγαλύτερη ασφάλεια, συχνά σημαίνουν μικρότερη. Γι’ αυτό ανέκαθεν τα κινήματα ειρήνης διεκδικούσαν την ειρήνη μέσω του αφοπλισμού, συμβατικού και πυρηνικού.
Αρα η διόγκωση των στρατιωτικών δαπανών σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο δείχνει ότι, παρά το τέλος του διπολισμού, ο κόσμος δεν έγινε πιο ασφαλής. Ακόμα, ότι η κίνηση προς έναν πολυπολικό κόσμο συνοδεύεται από νέους ανταγωνισμούς και δεν εγγυάται αυτομάτως τη διεθνή ειρήνη.
* Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ
