Στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής δημοσιεύτηκε άρθρο του Κυριάκου Μητσοτάκη με τίτλο: «Ο νόμος της κυβέρνησης για τα ΑΕΙ δεν πρέπει να περάσει». Οπως συνηθίζεται, οι ηγέτες των μεγάλων πολιτικών κομμάτων καταπιάνονται προσωπικά μόνο με κρίσιμα πολιτικά ζητήματα -και ορθά.
Η παρέμβαση συνεπώς του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας φανερώνει πως στο νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ κρύβεται κάτι περισσότερο από ρυθμίσεις που αποσκοπούν στον εξορθολογισμό και τη λειτουργικότητα των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Τα σημεία στα οποία επιμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όσα χαρακτηρίζει ως «ένα μεγάλο στραβοπάτημα προς τα πίσω», υποδεικνύουν εν προκειμένω πως το κεντρικό διακύβευμα είναι η λογική του νομοσχεδίου, ο προσανατολισμός του.
Ας πάρουμε για παράδειγμα όσα αφορούν τα μεταπτυχιακά προγράμματα.
Η καλπάζουσα ανεργία της τελευταίας δεκαετίας προκάλεσε πράγματι αυξημένη ζήτηση για μεταπτυχιακές σπουδές, δυσανάλογη της ώς τότε προσφοράς.
Την ίδια ώρα η δημοσιονομική ασφυξία που επέβαλαν τα μνημόνια εμπόδισε το κράτος να ανταποκριθεί επαρκώς σε τούτη τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση -αν βέβαια υποθέσουμε πως οι τότε κυβερνώντες προσπάθησαν να ανταποκριθούν.
Η συνθήκη αυτή επέτρεψε σε ορισμένα πανεπιστημιακά τμήματα και ορισμένες μερίδες καθηγητών να ιδρύσουν νέα μεταπτυχιακά προγράμματα με μόνο κριτήριο τη ζήτηση (αρκετά από τα οποία αμφίβολης ακαδημαϊκής ποιότητας) και να θεσπίσουν διόλου ευκαταφρόνητα δίδακτρα (σε κάμποσες περιπτώσεις εξωφρενικά -λεπτομέρειες στο περσινό μου άρθρο «Η τσουχτερή αγορά των μεταπτυχιακών», «Εφημερίδα των Συντακτών», 10.8.2016).
Η αντικοινωνική αυτή συμπεριφορά συναντά ως φαίνεται τις επιδιώξεις των νεοφιλελεύθερων να μετατρέψουν τα Πανεπιστήμια σε επιχειρήσεις και τη μόρφωση σε μία ακόμα υπηρεσία, το κόστος της οποίας θα ρυθμίζεται από το αόρατο χέρι της αγοράς και θα επιβαρύνει τους πελάτες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτηρίζει τις διατάξεις του νομοσχεδίου για τα μεταπτυχιακά «αντικίνητρα στην ανάπτυξη υψηλής στάθμης σπουδών».
Οι πιο σημαντικές όμως από αυτές τις διατάξεις είναι ακριβώς όσες θέτουν περιορισμούς στο ύψος των διδάκτρων και στις πρόσθετες αμοιβές των καθηγητών.
Οσες, δηλαδή, αποτυπώνουν την έγνοια της κυβέρνησης να παραμείνει η μόρφωση κοινωνικό αγαθό, που προσφέρεται σε όσους καταδεικνύουν την ακαδημαϊκή τους αξία και όχι σε όσους αποδεικνύουν την αγοραστική τους ικανότητα.
Ωστόσο οι προωθητές της αγοράς, όσοι δηλαδή μεριμνούν πολιτικά για την εισαγωγή και κυριαρχία της αγοραίας λογικής στα Πανεπιστήμια, αντιλαμβάνονται τους δημοκρατικούς θεσμούς ως εμπόδια.
Εξοργίζονται με τη βραδύτητά τους, καταγγέλλουν τις ανελαστικότητές τους, υπερφωτίζουν τις ανεπάρκειές τους, κι όλα τούτα όχι για να βελτιώσουν τη λειτουργία τους, αλλά για να αμαυρώσουν την εικόνα τους και να προτάξουν ως ελκυστική επιλογή την αντικατατάσταση των εκλεγμένων οργάνων από ανέλεγκτους διευθυντές, την υποκατάσταση των δημοκρατικών διαδικασιών από τις γρήγορες αποφάσεις.
Το 2011, στις απαρχές της οικονομικής κρίσης, η Νέα Δημοκρατία είχε χειροκροτήσει την επιδίωξη της Αννας Διαμαντοπούλου να αναμορφώσει τη διοίκηση των Πανεπιστημίων με βάση τις αρχές του μάνατζμεντ.
Η στόχευση εκείνη δεν εκδιπλώθηκε στην αρχική της καθαρότητα, καθώς συνάντησε τις αντιδράσεις της πλειονότητας των πανεπιστημιακών δασκάλων, πράγμα που περιόρισε σημαντικά τις δυνατότητες των Συμβουλίων Ιδρύματος να ανταποκριθούν στον κεντρικό στόχο για τον οποίο συγκροτήθηκαν: να τροχιοδρομήσουν τα Πανεπιστήμια σε αγοραίες ράγες.
Παρότι όμως ατρόφησαν, παρότι βούλιαξαν στην αδράνεια και απαξιώθηκαν στα μάτια της ακαδημαϊκής κοινότητας, τα Συμβούλια βρίσκουν ακόμη παραδόξως παθιασμένους υπερασπιστές -ανάμεσά τους και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν είναι βέβαια η πίστη στην αναγέννησή τους που ωθεί τον καλό πολιτικό στην προάσπισή τους, αλλά η επίγνωση πως η οριστική τους κατάργηση σηματοδοτεί μια καίρια συμβολική ήττα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στα Πανεπιστήμια.
Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ανήγαγε σε κρίσιμο διακύβευμα ένα ζήτημα για το οποίο κανένα Πανεπιστήμιο πλέον δεν νοιάζεται, για τον ίδιο λόγο που διαμαρτύρεται για τη φοιτητική συμμετοχή στη διοίκηση των ιδρυμάτων και για το άσυλο.
Διότι όλα τούτα υπενθυμίζουν τη δημοκρατική παράδοση των Πανεπιστημίων· την επιστημονική και πολιτική τους αυτονομία απέναντι στο κράτος και την εκκλησία, η οποία κερδήθηκε σε δύσκολες εποχές, μα η οποία κινδυνεύει σήμερα από έναν λιγότερο ορατό, πιο ύπουλο και γι’ αυτό ισχυρότερο εχθρό. Από την αγορά και τους ευαγγελιστές της.
Δεν είναι, συνεπώς λανθασμένα, ούτε παράδοξα όσα ισχυρίζεται στο άρθρο του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές.
Για έναν πολιτικό που εμπνέεται από το πνεύμα της αγοράς, η διοίκηση των Πανεπιστημίων ανήκει δικαιωματικά στους μάνατζερ, η εσωτερική δημοκρατία αποτελεί τροχοπέδη, η παιδεία είναι κι αυτή μία ακόμη υπηρεσία προς πώληση. Δεν είναι η οικονομική κρίση που τον ωθεί σε αυτές τις αντιλήψεις. Η κρίση είναι το πρόσχημα.
*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
