Σκέφτομαι συχνά τον Ευγένιο Ονέγιν, ήρωα του Πούσκιν, στον «Χάλκινο Καβαλάρη». Ο χάλκινος καβαλάρης, το άγαλμα του Μεγάλου Πέτρου, τσάρου της Ρωσίας, που ορίζει με το στιβαρό του χέρι τις τύχες της χώρας.
Αληθινός πρωταγωνιστής του ποιήματος όμως είναι ο άσημος Ευγένιος, κάτοικος της Αγίας Πετρούπολης. Ενας τρελός, ένας «ήρωας ανήμπορος», όπως θα τον χαρακτήριζε λίγο αργότερα ο Ντοστογιέφσκι στο «Υπόγειο».
Ο ταπεινός Ευγένιος του Πούσκιν εξεγείρεται και βγάζει όλη την οργή και τη θλίψη του πάνω στο μεγαλοπρεπές χάλκινο άγαλμα που κοσμεί την πλατεία της πόλης. «Θα σου δείξω εγώ…», λέει υψώνοντας τις γροθιές του, «Εσύ, της μοίρας μας, πανίσχυρε δυνάστη! … Τάχα δε σήκωσες στο χείλος της αβύσσου την ίδια τη Ρωσία σούζα;»
Η γλώσσα του Πούσκιν, οι λέξεις, οι εκφράσεις του, δεν είναι μόνο όργανα στην υπηρεσία οποιουδήποτε ιστορικού ή ιδεολογικού συστήματος, αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένα περιβάλλον.
Ο Ευγένιος έγινε το αιώνιο σύμβολο των αδύναμων, που, παρά την αγανάκτηση και την οργή τους για κάθε είδους ηγέτες, δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να απαλλαγούν από αυτούς. Η σχέση του δυνάστη και του καταπιεζόμενου διαιωνίζεται. Σε κάθε χώρα, σε κάθε πολιτισμό.
Είναι δύσκολο να το δεχτούμε πως τόσα χρόνια μετά την έκδοση του «Χάλκινου Καβαλάρη» οι ηγέτες παίρνουν ακόμη αποφάσεις χωρίς να συνυπολογίζεται η μοίρα των απλών ανθρώπων, των άμαχων, των φτωχών.
Από το Βιετνάμ, τις σφαγές στο Σαράγεβο, τους μεντρεσέδες που διδάσκουν την Τζιχάντ, το Μπατακλάν, την Αγία Πετρούπολη, τα εκατομμύρια προσφύγων από τη Συρία, οι «χάλκινοι καβαλάρηδες» του πλανήτη ποδοπατούν τους ανήμπορους ήρωες με τις οπλές των αλόγων τους.
